ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσος Κωστόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η συντριπτική εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981 αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη τομή στον μισό αιώνα της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας, εξίσου καθοριστική με την επιβολή του πρώτου μνημονίου το 2010. Η ανάληψη της κυβέρνησης από ένα σοσιαλιστικό κόμμα, επτά μόνο χρόνια μετά την κατάρρευση της χούντας, υπήρξε κάτι παραπάνω από ιστορική· το ίδιο και το γεγονός της μακροημέρευσης αυτής της κυβέρνησης τα επόμενα χρόνια, σε αντίθεση με ό,τι είχε προηγηθεί κατά το (απείρως μετριοπαθέστερο) δημοκρατικό άνοιγμα του 1963-1965. Ακόμη και η αναίμακτη παράδοση του υπουργείου Αμυνας από τον σκληροπυρηνικό Ευάγγελο Αβέρωφ στον ίδιο τον Αντρέα, συνθηκολόγηση που πήρε πίσω συμβολικά το αίμα των Ιουλιανών και του πραξικοπήματος που ακολούθησε, φάνταζε σχεδόν εξωπραγματική. Ουσιαστικά, το 1981 επιβεβαιώθηκε η τομή της Μεταπολίτευσης – ως αποκατάσταση όχι μόνο των βασικών ελευθεριών, αλλά και της δυνατότητας του λαού να εκλέγει (και να υφίσταται) την κυβέρνηση της αρεσκείας του. Επιβεβαίωση που θα ολοκληρωθεί το 1985, όταν το ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε να επανεκλέξει ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον εθνάρχη Καραμανλή, δίχως να ανοίξει κυριολεκτικά μύτη.

«Ο ανελεύθερος νόμος περί αγροτικών συνεταιρισμών του ΠΑΣΟΚ θέλει να μετατρέψει τη γη του αγρότη σε κολλεκτίβα και τον αγρότη σε εργάτη γης» | (προεκλογικό φυλλάδιο της Ν.Δ., 1985)

Εξίσου σαρωτικές υπήρξαν οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν. Δεσμευμένος από τον υπόγειο «ιστορικό συμβιβασμό» του με τον εγγυητή της καθεστωτικής συνέχειας, Πρόεδρο Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν διανοήθηκε βέβαια καν (και, απ’ ό,τι φαίνεται, ούτε είχε την παραμικρή διάθεση) να μεταβάλει τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας: κράτησε την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ, υπέγραψε το 1983 συμφωνία παραμονής των αμερικανικών βάσεων και, όσον αφορά την ΕΟΚ (νυν Ε.Ε.), περιορίστηκε να διεκδικήσει επιτυχώς, μέσω του υπουργού Γεωργίας Κώστα Σημίτη, ισχυρά αντισταθμιστικά οφέλη που εξομάλυναν κάπως τις συνέπειες των δυσχερειών της ελληνικής οικονομίας να τα βγάλει πέρα με τις απείρως ανταγωνιστικότερες δυτικοευρωπαϊκές. Στο επίπεδο όμως της εσωτερικής πολιτικής, η πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ έφερε έναν καταιγισμό δημοκρατικών, εκσυγχρονιστικών και φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων, πολλές από τις οποίες εκκρεμούσαν επί δεκαετίες, η ένταση κι η πυκνότητα των οποίων ουδέποτε έμελλε να επαναληφθεί.

Πράγματα που θεωρούνται σήμερα αυτονόητα, όπως η απουσία προληπτικής λογοκρισίας στον κινηματογράφο και τα τραγούδια, ο πολιτικός γάμος, το συναινετικό διαζύγιο, η έννομη ισότητα ανδρών-γυναικών, η νόμιμη έκτρωση, η αποποινικοποίηση της μοιχείας, η δυνατότητα εισόδου σε στρατιωτικές σχολές ή πρόσληψης στα σώματα ασφαλείας δίχως προαπαίτηση πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων από την Ασφάλεια, η κατάργηση της υποχρεωτικής σχολικής ποδιάς των κοριτσιών αλλά και το δικαίωμα των μισθωτών σε έναν μήνα διακοπών τον χρόνο θεσπίστηκαν εκείνα ακριβώς τα χρόνια – σε μετωπική αντιπαράθεση, συχνά, με τη Ν.Δ., την Εκκλησία της Ελλάδος και άλλους ισχυρούς κοινωνικούς φορείς.

Ακόμη και η αθέτηση κάποιων (καταφανώς υπερβολικών) προεκλογικών υποσχέσεων συνοδεύτηκε από σημαντικές βελτιώσεις. Μπορεί λ.χ. οι «πανελλήνιες» εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ να μην καταργήθηκαν αλλά να αντικαταστάθηκαν από «πανελλαδικές», η μεταξύ τους διαφορά υπήρξε όμως χαώδης: στις μεν πρώτες, που ίσχυσαν επί Καραμανλή και Ράλλη, όσοι υποψήφιοι δεν εισάγονταν με την πρώτη σε κάποιο τριτοβάθμιο ίδρυμα (δηλαδή τα 2/3 έως 3/4 του συνόλου) έχαναν για πάντα αυτό το δικαίωμα· με τη νέα νομοθεσία, αντίθετα, η οποία με ποικίλες μικροαλλαγές ισχύει μέχρι σήμερα, όποιος θέλει μπορεί να ξαναδώσει εξετάσεις σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του.

Πολλές από τις μεταρρυθμίσεις εκείνων των χρόνων υπήρξαν αντιδημοφιλείς ακόμη και στη συντηρητικότερη μερίδα των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, ενώ κάποιες άλλες πολεμήθηκαν λυσσαλέα από ισχυρά συμφέροντα. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) λ.χ., η σημαντικότερη μεταρρύθμιση του τελευταίου μισού αιώνα που ακόμη παλεύουν να κατεδαφίσουν οι κ.κ. Μητσοτάκης και Πλεύρης, επιβλήθηκε διά (πολιτικού) πυρός και σιδήρου. Οπως διαπιστώνουμε από τα απομνημονεύματα του δημιουργού του, το ίδιο το περιβάλλον του Αντρέα ήταν απροκάλυπτα εχθρικό απέναντι σε μια τόσο ριζοσπαστική αλλαγή, η τελική νομοθέτηση της οποίας επιτεύχθηκε μόνο χάρη στην πίεση της (τόσο συκοφαντημένης στους καιρούς μας) οργανωμένης κομματικής βάσης· διαπλεκόμενοι σύμβουλοι του πρωθυπουργού και ουκ ολίγα «σοβαρά» κυβερνητικά στελέχη αναπαρήγαν απεναντίας αυτούσια την κινδυνολογία της τότε Ν.Δ., περί επερχόμενης «καταστροφής» της δημόσιας υγείας που θα προκαλούσε -υποτίθεται- μαζικές αντιδράσεις των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων (Παρασκευάς Αυγερινός, «Η Αλλαγή τέλειωσε νωρίς», Αθήνα 2013, σ.145-211).

Μια μεγάλη μερίδα μεσαίων στρωμάτων, απ’ αυτά που το 1981 είχαν στηρίξει εκλογικά την «Αλλαγή», χάθηκε βέβαια όντως στην πορεία για το ΠΑΣΟΚ – είτε λόγω τριβών με τον κομματικό μηχανισμό του (τα στελέχη του οποίου αναδείχθηκαν συχνά σε de facto μικροαφεντικά της δημόσιας διοίκησης), είτε λόγω ταξικού συμφέροντος: μέτρα όπως οι δραστικές αυξήσεις στους χαμηλόμισθους το 1982 δεν άρεσαν καθόλου στους (μικρότερους ιδίως) επιχειρηματίες, η δε αδυναμία καταπολέμησης του πληθωρισμού έπληξε κυρίως τα υψηλότερα -καθηλωμένα- μισθολογικά κλιμάκια.

Η στάση της Αριστεράς απέναντι σ’ αυτή τη μεταρρυθμιστική κοσμογονία πήρε ως επί το πλείστον τη μορφή «κριτικής υποστήριξης», με περιόδους έντασης ανάλογες με τα δομικά χαρακτηριστικά των επιμέρους συνιστωσών της.

Το ΚΚΕ παλινδρομούσε ανάμεσα σε φάσεις κινητοποίησης, για λόγους διατήρησης των δυνάμεών του αλλά και διαμαρτυρίας για κάποιες κυβερνητικές επιλογές (όπως όταν το 1982 η ΠΑΣΚΕ ανέδειξε ως πρόεδρο της ΓΣΕΕ τον Ορέστη Χατζηβασιλείου του ΚΚΕσ.), και περιόδους απόλυτης στήριξης της κυβέρνησης (γνωστές στην πολιτική ορολογία των ημερών σαν «μορατόριουμ»), κάτω από την πίεση των «αδελφών» κομμάτων και κρατών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» για άνευ όρων στήριξη του Αντρέα. Για τις σχετικές πιέσεις που ασκήθηκαν καθ’ οδόν προς το 11ο συνέδριο του ΚΚΕ και στη διάρκειά του και πώς αυτές επέφεραν ταχυδακτυλουργική αναθεώρηση των προσυνεδριακών θέσεων, εξαιρετικά εύγλωττες είναι λ.χ. δύο πηγές που περιγράφουν από διαφορετική θέση την ίδια διαδικασία: το δημοσιευμένο ημερολόγιο του τότε Βούλγαρου πρέσβη στην Αθήνα Νικολάι Τόντοροφ (Николай Тодоров, «Дневник, 1966-1998», Σόφια 1997, τ.Α΄, σ.1088-1103) και τα γλαφυρότατα απομνημονεύματα ενός μεσαίου τότε στελέχους του ΚΚΕ, που διαγράφηκε λίγο αργότερα (Νίκος Μπίστης, «Προχωρώντας κι αναθεωρώντας», Αθήνα 2011, σ.421-8).

Το ΚΚΕσ., πάλι, αρχικά στήριξε πλήρως την κυβέρνηση, πήρε όμως αποστάσεις (και ο Χατζηβασιλείου παραιτήθηκε από την προεδρία της ΓΣΕΕ) όταν την άνοιξη του 1983 αυτή έθεσε θεσμικούς περιορισμούς στις απεργίες των ΔΕΚΟ (άρθρο 4 του Ν.1365). Σε αντίθεση με το ΚΚΕ, που μοιραζόταν (και διεκδικούσε) την ίδια εργατική και μικροαστική βάση με το ΠΑΣΟΚ, η στάση του ΚΚΕσ. κρίθηκε ωστόσο κυρίως από τα ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά του, ως «κομματίδιο μορφωμένων μεσοστρωμάτων» (Γιάννης Βούλγαρης, «Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, 19784-1990», Αθήνα 2001, σ.254), τα οποία επιδείκνυαν αυξημένη ευαισθησία σε ζητήματα ελευθεριών ή/και «ύφους και ήθους της εξουσίας», σύμφωνα με μια προσφιλή διατύπωση των ημερών.

Αν χρειαστεί και στο βουνό

Ακόμη μεγαλύτερο -και αρνητικό τούτη τη φορά- ήταν το σοκ του 1981 για την απέναντι όχθη: τον κόσμο της Δεξιάς, που για πρώτη φορά μετά το 1965 (αν όχι το 1947) ένιωσε το έδαφος να φεύγει κάτω απ’ τα πόδια του. «Την επομένη [των εκλογών] δεν τολμούσα να βγω από το σπίτι μου, με τον φόβο ότι θα αντιμετώπιζα βία. Δεν είχα δίκιο, βέβαια, όλα κύλησαν ήρεμα», σημειώνει στα απομνημονεύματά του ένα μικρομεσαίο τότε στέλεχος της Ν.Δ., γενικός συντονιστής αργότερα του κόμματος επί Μητσοτάκη· προς μεγάλη του έκπληξη, μάλιστα, ένα «δραστήριο στέλεχος» του ΠΑΣΟΚ (με το ψευδώνυμο «Χομεϊνί») έσπευσε να τον καθησυχάσει, διαβεβαιώνοντάς τον πως είναι «τώρα όλοι αδέρφια» (Γιάννης Δημητροκάλλης, «Ο ηγέτης μετά τον ηγέτη», Αθήνα 2014, σ.30). «Η μισή Ελλάδα πανηγύριζε και η άλλη μισή ανησυχούσε, φοβόταν, ένιωθε ανασφαλής απέναντι στη μέρα που είχε ξημερώσει», συνοψίζει πάλι το κλίμα των ημερών στους κόλπους της Ν.Δ. η Φάνη Πάλλη-Πετραλιά («Σαράντα χρόνια τώρα», Αθήνα 2014, σ.102).

Σε μια πρώτη φάση, η αντεπίθεση της Ν.Δ. επιχειρήθηκε μέσα από μια ακροδεξιά στροφή και ολική επαναφορά του μετεμφυλιακού πολιτικοϊδεολογικού οπλοστασίου, συσπείρωση απαραίτητη για τη δημιουργία μαζικού κόμματος. Ο παλιομοδίτικος αντικομμουνισμός του νέου αρχηγού της Ν.Δ., Ευάγγελου Αβέρωφ, μπορεί να προκαλούσε τη νοημοσύνη του ευρύτερου κοινού, όταν «αποκάλυπτε» πως ο Αντρέας καθοδηγείται από τον Φλωράκη ή περιέγραφε το ΠΑΣΟΚ σαν ένα καρπούζι (απέξω πράσινο κι από μέσα κόκκινο), ανταποκρινόταν όμως πλήρως στο νοητικό σύμπαν μιας σκληροπυρηνικής εθνικοφροσύνης που δυσκολευόταν να πιστέψει πως η διοίκηση του κράτους πέρασε σε άλλα χέρια. Ακρως αποκαλυπτικές, απ’ αυτή την άποψη, υπήρξαν οι διαμαρτυρίες της Δεξιάς και των εφημερίδων της για την οριστική κατάργηση του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων το 1982. Εξίσου λειτουργικό αποδείχθηκε επίσης το χάιδεμα των φαντασιώσεων κοινωνικής υπεροχής που έτρεφαν χιλιάδες συντηρητικοί νοικοκυραίοι· τυχαίο αλλά χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της κουλτούρας μπορεί να θεωρηθεί ο δημόσιος ισχυρισμός πως η υποψηφιότητα μιας βέρας Κολωνακιώτισσας για τη δημαρχία της Αθήνας θα «αποκαταστήσει το κύρος της Ελληνίδας που τόσο βάναυσα το κακοποίησαν με τις μπούρδες τους κάποιες φθηνοκυράδες της Αλλαγής» (Βιργινία Τσουδερού, «Οταν πέφτουν οι τοίχοι», Αθήνα 2006, σ.184).

Στην πράξη, η Ν.Δ. μετατράπηκε μετά το 1981 από κόμμα στελεχών καριέρας σε μαζικό πολιτικό σχηματισμό, αποφασισμένο να φράξει τον δρόμο στις «σοσιαλιστικές» μεταρρυθμίσεις και να ανακτήσει το ταχύτερο δυνατό τον έλεγχο του κράτους. Στα τέλη του 1981 διέθετε λ.χ. 385 Τοπικές Οργανώσεις, πολλές από τις οποίες, σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του βουλευτή που ανέλαβε την εποπτεία τους, «δεν υπήρχαν καν, ήταν επιτροπές “φαντάσματα”. Αλλες είχαν τα γραφεία τους κλειδωμένα με λουκέτα. Σε όσες υποτίθεται ότι λειτουργούσαν, η εικόνα ήταν απογοητευτική: άχρηστα χαρτιά πεταγμένα στο πάτωμα και σκόνη δυο δάχτυλα μαρτυρούσαν ότι δεν είχε πατήσει άνθρωπος επί αρκετούς μήνες. Αλλες Τ.Ο. δεν διέθεταν καν γραφεία, δεν συνεδρίαζαν ποτέ και δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν ούτε μια ολιγομελή συγκέντρωση» (Γιάννης Βαρβιτσιώτης, «Οπως τα έζησα», τ.Β΄, Αθήνα 2017, σ.47). Το 1984 οι Τ.Ο. ξεπερνούσαν αντίθετα τις 2.000, είχαν δε προστεθεί 2.000 κομματικοί «αγροτικοί σύλλογοι» και 250 γραφεία της ΟΝΝΕΔ, με πάνω από 100.000 νεολαίους (Δημητροκάλλης, όπ.π., σ.51 & 57-8).

Για τους εξωτερικούς παρατηρητές, ιδιαίτερα εντυπωσιακή υπήρξε η αλλαγή των συσχετισμών στις τάξεις της νεολαίας, με τη μαζική στρατολόγηση παιδιών που ίσαμε τότε δήλωναν συνήθως αδιάφορα ή «πολύ μικρά ακόμη» για τα κοινά. Σε αντίθεση με το μεταπολιτευτικό μοντέλο ένταξης των νέων σε πολιτικές οργανώσεις (κυρίως της Αριστεράς) δίχως τη συγκατάθεση των γονιών τους ή και σε σύγκρουση μ’ αυτούς, εδώ η πρωτοβουλία ανήκε συνήθως στην ίδια την οικογένεια· το 1984, τα μεγάφωνα του εκλογικού κέντρου της Ν.Δ. στα Πατήσια καλούσαν λ.χ. διαρκώς τον μέσο νοικοκύρη να «γράψει τα παιδιά του στην ΟΝNΕΔ», προκαλώντας τη θυμηδία όσων ακροατών είχαν εντελώς διαφορετικές προσλαμβάνουσες για το νόημα της πολιτικής στράτευσης.

Την ίδια θυμηδία προκαλούσε στους απέξω και η ανάπτυξη μιας «αγωνιστικής» ΟΝΝΕΔίτικης κουλτούρας που αντέγραφε κακότεχνα τα αντίστοιχα προϊόντα παλιότερων εποχών. Οι σαφέστεροι δείκτες αυτής της πολιτισμικής διαφοροποίησης, τα «Τραγούδια της γαλάζιας γενιάς» του γιατρού Χάρη Χατζηκοκόλη (1982) αποτυπώνουν λ.χ. μια σχεδόν «κατοχική» εικόνα, με τον ελληνικό λαό να πεινά και να σφαδάζει κάτω από την μπότα του ξενόφερτου σοσιαλισμού: «Φοβισμένα παιδιά, τρομαγμένα πουλιά / καρτερούνε ξανά τη λευτεριά. / Αντριεμένα κορμιά, αγριεμένα θεριά / θα γινούν μέσ’ στη γαλάζια γενιά»· «Η ώρα σήμανε, ας βιαστούμε / νικητές ξανά θα βγούμε / θα λυγίσουν του δυνάστη τα δεσμά»· «Ζέρβα απ’ τον τάφο έβγα και δες / θ’ αναστηθεί ξανά ο ΕΔΕΣ / για τη σημαία και το σταυρό / αν χρειαστεί και στο βουνό / εμείς δεν ξέρουμε ζυγό»· «Για τον αγώνα μέχρι τη νίκη / με την ΟΝΝΕΔ γαλάζια γενιά / σ’ αυτό τον τόπο που μας ανήκει / εμείς θα δώσουμε ξανά τη λευτεριά». Οσο κι αν οι υπόλοιποι ξεκαρδίζονταν με το περιεχόμενό τους, στίχοι όπως οι παραπάνω καλλιεργούσαν πάντως, στον μικρόκοσμο του κομματικού κλωβού, την αίσθηση αποφασιστικού αγώνα που ήταν απαραίτητη για κάθε νεανική στράτευση.

Τα κομματικά ήθη και οι πρακτικές της εποχής απείχαν βέβαια πολύ από τον σημερινό καναπέ των like, του TikTok και των τιτιβισμάτων στο τουίτερ. Στο περιθώριο μιας ομιλίας του Αβέρωφ στην Αιτωλοακαρνανία, ο Δημητροκάλλης διαπίστωσε λ.χ. πως ο πρόεδρος της Τοπικής Επιτροπής της Ν.Δ. και οι άνθρωποί του έβγαιναν για κομματική δουλειά με γεμάτα πιστόλια στην τσέπη, ισχυριζόμενοι πως «ήξεραν ότι οι αντίπαλοι ήταν οπλισμένοι» (όπ.π., σ.37). Ακόμη και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, η διαδοχική πραγματοποίηση ομιλιών του Φλωράκη και του Αβέρωφ το ίδιο Σαββατοκύριακο του Οκτωβρίου 1983 συνοδεύτηκε από πραγματικό ανθρωποκυνηγητό των αφισοκολλητών της ΚΝΕ, πενήντα από τους οποίους αναγκάστηκαν να ζητήσουν προστασία στα γραφεία της τοπικής Αστυνομικής Διεύθυνσης για να ξεφύγουν από εκατοντάδες αφηνιασμένους νεοδημοκράτες.

Εξίσου κρίσιμη με την οργανωτική ανάπτυξη αποδείχθηκε η ανάπτυξη ενός παράλληλου δικτύου ενημέρωσης, απαραίτητου σε καιρούς κρατικού μονοπωλίου και ασφυκτικού κυβερνητικού ελέγχου πάνω στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Σαφώς δημοκρατικότερα σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη περίοδο, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση φιλοξενούσαν σε κάθε πάνελ ειδησεογραφικής εκπομπής εκπροσώπους των τριών κομμάτων της Βουλής (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΚΚΕ), επίσημους ή άτυπους· αυτά καθεαυτά τα δελτία ειδήσεων αναπαρήγαν ωστόσο αυτούσιο τον επίσημο κυβερνητικό λόγο. Η Ν.Δ. βασίστηκε κυρίως στις εφημερίδες της, που τον Ιανουάριο του 1985 πουλούσαν καθημερινά 360.000 φύλλα σε συνολική ημερήσια κυκλοφορία 1.000.000, για το λιγότερο διαβαστερό όμως κοινό της δεν άργησε να βρεθεί μια πρωτότυπη λύση: τον Απρίλιο του 1984, ειδική εγκύκλιος του Αβέρωφ ενημέρωσε να κομματικά μέλη πως «από τον Ιανουάριο κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα VIDEO – εφημερίδα από τη γνωστή διαφημιστική εταιρία του κ. Γεωργίου Καρατζαφέρη» − προσπάθεια «εξαιρετικά χρήσιμη», που τα κομματικά μέλη όφειλαν να στηρίξουν, «τόσο διαδίδοντάς την μεταξύ των οπαδών μας όσο και δίνοντάς της θέματα που αφ’ ενός μεν θα εμπλουτίζουν την ύλη της, αφ’ ετέρου δε θα εξυπηρετούν την παράταξή μας» (Δημητροκάλλης, όπ.π., σ.46). Σύμφωνα με τον δημιουργό της, το 1989 η βιντεοκασέτα-μαγκαζίνο (TV-Press) έφτασε να διακινεί 50.000 κομμάτια το δεκαπενθήμερο (Δημήτρης Ψαρράς, «Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη», Αθήνα 2010, σ.47).

Μια τελευταία παράμετρος που πρέπει να επισημανθεί είναι η αποφασιστική στήριξη αυτής της κομματικής οικοδόμησης από τον διεθνή παράγοντα στις συνθήκες του ύστερου Ψυχρού Πολέμου. Ο ίδιος ο Καρατζαφέρης, που ανήκε ήδη στον προπαγανδιστικό μηχανισμό της Ν.Δ. ως χρήσιμο «βρόμικο μυαλό», εκπαιδεύτηκε στη Γερμανία από το Ιδρυμα Αντενάουερ (το κομματικό δηλαδή θινκ τανκ των εκεί Χριστιανοδημοκρατών) και στο Παρίσι από το άκρως ψυχροπολεμικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών των ΗΠΑ (Ψαρράς, όπ.π., σ.45). Εκπαιδευτικά σεμινάρια του Ιδρύματος Αντενάουερ πραγματοποιούνταν επίσης τακτικά όλη τη δεκαετία του 1980 για στελέχη της Ν.Δ. στην Αθήνα ή σε επαρχιακές πόλεις, ακόμη και μετά την εκλογική νίκη του κόμματος το 1990 (Δημητροκάλλης, όπ.π., σ.128, 424-5, 485-6 & 490).

Καλύτερα παπάκι, παρά τον Μητσοτάκη

Η ακροδεξιά γραμμή μπορεί να αποδείχθηκε πολύτιμη για την πολιτική επιβίωση της Ν.Δ. και τη μετατροπή της σε μαζικό κόμμα, κάθε άλλο παρά της επέτρεψε ωστόσο να ανακτήσει την κοινωνική ηγεμονία. Η ώρα της κρίσης ήρθε στις ευρωεκλογές της 17ης Ιουνίου 1984, όταν το σύνθημα της «απαλλαγής» ανέβασε μεν τα ποσοστά του κόμματος στο 38,04% (έναντι 35,88% στις βουλευτικές και 31,34% στις ευρωεκλογές του 1981), δεν κλόνισε όμως την πρωτιά του ΠΑΣΟΚ (41,59%), ενώ η κομμουνιστική Αριστερά διατήρησε χοντρικά τις δυνάμεις της (ΚΚΕ 11,64%, ΚΚΕσ. 3,42%) και η νεότευκτη ΕΠΕΝ των χουντικών έβγαλε ευρωβουλευτή με 2,29% (βλ. αναλυτικά «Χαλαρή ψήφος, στρατηγικές επιλογές», «Εφ.Συν.», 25.5.2019). Υστερα από ένα καλοκαίρι σφοδρών εσωκομματικών αντιπαραθέσεων, ο Αβέρωφ παραιτήθηκε στις 28/8 και η Κ.Ο. της Ν.Δ. επέλεξε ως νέο αρχηγό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Ο Μητσοτάκης επιλέχθηκε πρωτίστως ως «αντι-Αντρέας», το μόνο δηλαδή ηγετικό στέλεχος της Ν.Δ. που μπορούσε να αντιμετωπίσει τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ· η εκλογή του ιστορικού αντιπάλου προκάλεσε όντως δημόσιο εκνευρισμό του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ, που ακόμη και για μια απλή χειραψία μαζί του on camera -δυο μήνες αργότερα- χρειάστηκε να παρέμβει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Κατά τη θητεία του στην ηγεσία της Ν.Δ. διατήρησε κι επέκτεινε το οργανωτικό μοντέλο του Αβέρωφ, με σύνθημα «κανένα χωριό χωρίς Τ.Ο. της Ν.Δ.» (Δημητροκάλλης, όπ.π., σ.69), ταυτόχρονα όμως επέβαλε μια σταδιακή μετάλλαξη της ιδεολογικής φυσιογνωμίας της, με βασικό στόχο τη διάρρηξη του κεντροαριστερού «μπλοκ της Αλλαγής»: εγκατάλειψη του παλιομοδίτικου αντικομμουνισμού, που τρόμαζε τον κόσμο της Αριστεράς και τον οδηγούσε για αυτοπροστασία στο ΠΑΣΟΚ, και αντικατάστασή του από έναν ψευδώνυμο «αντιφασισμό», βάσει του οποίου το ΠΑΣΟΚ σκιαγραφούνταν σαν ένα σχεδόν πρωτοφασιστικό κόμμα, για την ανάσχεση του οποίου ήταν απαραίτητη η σύμπραξη των δημοκρατικών δυνάμεων ανεξαρτήτως προέλευσης.

Ο πλασματικός αυτός αντιφασισμός στηριζόταν ωστόσο από (και σε) σύμπασα την εσωκομματική Ακροδεξιά, όπως κι ο ίδιος ο Μητσοτάκης θα παραδεχτεί αργότερα· χωρούσε δε ακόμη και μια απροκάλυπτα «ψεκασμένη» ακροδεξιά ρητορική, όταν απευθυνόταν σε ειδικά ακροατήρια, όπως πιστοποιεί η ομιλία του ίδιου του Μητσοτάκη (24/1/1988) στην πρώτη κεντρική εκδήλωση της Ν.Δ. για το Μακεδονικό (βλ. «Η σκέψη Βελόπουλου ποιον είχε πατέρα;», «Εφ.Συν.», 6.7.2019).

Η πρώτη εκλογική αναμέτρηση Μητσοτάκη-Αντρέα δόθηκε το 1985, σ’ ένα κλίμα έτσι κι αλλιώς άκρως πολωμένο από τη μη επανεκλογή του Καραμανλή και την επεισοδιακή ανάδειξη του πάλαι ποτέ ανακριτή της υπόθεσης Λαμπράκη, Χρήστου Σαρτζετάκη, στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Με τον σκληρό πυρήνα της κομματικής της βάσης ακόμη προσκολλημένο στην ταύτιση ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ, η προεκλογική προπαγάνδα της Ν.Δ. κινήθηκε σε δύο επίπεδα. Από τη μια, εξακολούθησε να καταγγέλλει τον υποτιθέμενο «σοσιαλιστικό ολοκληρωτισμό» της κυβέρνησης − υποσχόμενη, λ.χ., ότι «θα καταργήσει αμέσως τον ανελεύθερο νόμο περί αγροτικών συνεταιρισμών του ΠΑΣΟΚ, που θέλει να μετατρέψει τη γη του αγρότη σε κολλεκτίβα και τον αγρότη σε εργάτη γης» (φυλλάδιο «Τα μέτρα για τους αγρότες»). Από την άλλη, επικεντρώθηκε -με τη βοήθεια της αμερικανικής εταιρείας Σόγιερ- σε υποσχέσεις ικανοποίησης υλικών οραμάτων του νεοέλληνα νοικοκυραίου, όπως τα φτηνότερα Ι.Χ. μεγάλου κυβισμού που θα εξασφάλιζε η δραστική περικοπή των σχετικών φόρων και δασμών.

Το ΠΑΣΟΚ αντεπιτέθηκε μ’ ένα φυλλάδιο που θύμιζε πως ο ίδιος ο Μητσοτάκης ήταν αυτός που το 1979 είχε επιβαρύνει ως υπουργός Συντονισμού φορολογικά τα Ι.Χ., προειδοποιούσε πως ενδεχόμενη εφαρμογή του μέτρου θα οδηγούσε σε άμεση μείωση της αξίας των αυτοκινήτων που ήδη κυκλοφορούσαν (και της περιουσίας των κατόχων τους, με άμεσους χαμένους όσους δεν είχαν τη δυνατότητα να αλλάξουν όχημα), τόνιζε δε πως η (επίσης προαναγγελθείσα από τη Ν.Δ.) άμεση εφαρμογή στην Ελλάδα των γερμανικών προδιαγραφών για τα Ι.Χ. ισοδυναμούσε με «ξεπούλημα της ελληνικής αγοράς στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία»· κατηγορία που κούμπωνε υπόρρητα με την παράλληλη καμπάνια της «Αυριανής» για τον υποτιθέμενο κατοχικό δωσιλογισμό του αρχηγού της Ν.Δ. (βλ. «Τι έκανες στον πόλεμο αρχηγέ;», «Εφ.Συν.», 13.5.2023). Σε επίπεδο συνθήματος, η απόρριψη των καταναλωτικών αυτών επαγγελιών πήρε τη μορφή ιαχής: «Καλύτερα παπάκι, παρά τον Μητσοτάκη!»

Τελικά, η αναμέτρηση σοσιαλδημοκρατικού κεϊνσιανισμού και νεοφιλελευθερισμού έληξε με συντριπτική νίκη του πρώτου: το ΠΑΣΟΚ απέσπασε το 45,82% των ψήφων, στριμώχνοντας το ΚΚΕ στο 9,89% και περιορίζοντας τη Ν.Δ. σε 40,85%, παρά το γεγονός πως αυτή η τελευταία είχε απορροφήσει ένα μέρος της ΕΠΕΝ, τα υπολείμματα του κεντροδεξιού «Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού» (ΚΟΔΗΣΟ) και διάφορες προσωπικότητες της Κεντροδεξιάς (Γιάγκος Πεσμαζόγλου, Βιργινία Τσουδερού κ.ά.). Παρά την έντονη πόλωση των ημερών, επιβίωσε επίσης προσωρινά το ΚΚΕσ. (με 1,84% και εκλογή του Λεωνίδα Κύρκου στη Β’ Αθηνών), εν μέρει λόγω των έντονων αντιδράσεων που η πρόσφατη κυβερνητική πολιτική προκαλούσε στα «μορφωμένα μεσοστρώματα» της κοινωνικής του βάσης: η συντηρητικότερη πτέρυγα του κόμματος ενοχλήθηκε λ.χ. από τη μη επανεκλογή του Καραμανλή και τον «λαϊκισμό» του ΠΑΣΟΚ εν γένει, η δε ριζοσπαστική (και η νεολαία του) αντιδρούσαν έντονα στην κλιμάκωση των αστυνομικών «Επιχειρήσεων Αρετή» της τελευταίας χρονιάς στα Εξάρχεια και αλλού.

Ως βασική αιτία της ήττας της Ν.Δ., ο ίδιος ο Μητσοτάκης κατήγγειλε την υποτιθέμενη υπόγεια πριμοδότηση του ΠΑΣΟΚ από το ΚΚΕ· ακόμη και η (άκρως φιλική προς αυτόν) βρετανική πρεσβεία την απέδωσε, ωστόσο, στη «σχέση της Ν.Δ. με την [άκρα] Δεξιά στο παρελθόν», την «αποτυχία της να προσφέρει πιθανά κίνητρα για απόσπαση ψηφοφόρων από το ΠΑΣΟΚ», την «αμφίβολη εικόνα» του ίδιου του αρχηγού της «σε σύγκριση με τη συνεχιζόμενη δημοφιλία του Παπανδρέου», αλλά και στην αποτυχία της να εκσυγχρονιστεί, με την επισήμανση ότι «παραμένει ακόμη συνασπισμός ομάδων συμφερόντων που αποτελούσαν μέχρι το 1981 το “κατεστημένο”» (FCO 9/5071/8). Μια πρόσθετη εξήγηση, που ομολογήθηκε πολύ αργότερα, ήταν πως «η εμμονή της Ν.Δ. στην καταγγελία (μη παραδοχή) της εκλογής Σαρτζετάκη λειτούργησε αρνητικά», φοβίζοντας συντηρητικούς ψηφοφόρους που θεώρησαν πως «η επικράτηση της Ν.Δ. θα οδηγούσε τον τόπο σε θεσμική περιπέτεια» (Αγγελος Μπρατάκος, «Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας», Αθήνα 2002, σ.407).

Οσο για την αντοχή του ΠΑΣΟΚ, αυτή θα ερμηνευτεί αργότερα (από έναν πολιτικό επιστήμονα με λαμπρό μέλλον στους μηχανισμούς προπαγάνδας της εγχώριας Δεξιάς) σαν απόρροια του συγκερασμού πελατειακών δικτύων και πρακτικών με τη συντήρηση «ιστορικά διαμορφωμένων πολιτικών ταυτοτήτων», οι οποίες βασίζονταν στη νωπή -ακόμη- συλλογική μνήμη των δεκαετιών του 1940 και του 1960 (Stathis Kalyvas, «Polarization in Greek Politics: PASOK’s First Four Years, 1981-1985», Journal of the Hellenic Diaspora, 23/1, 1997, σ.83-104). Εκτίμηση που, όπως όλοι πλέον γνωρίζουμε, επέβαλε πολύ συγκεκριμένα καθήκοντα και προτεραιότητες σε όσους έκριναν απαραίτητο να μεταβάλουν δραστικά το δεύτερο αυτό δεδομένο σε βάθος χρόνου.

Το αμέσως επόμενο διάστημα, η κοινωνική ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ κρίθηκε ωστόσο σ’ ένα πολύ διαφορετικό πεδίο: τους κοινωνικούς αγώνες που ακολούθησαν τη διάρρηξη του σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου, με την εφαρμογή ενός «σταθεροποιητικού προγράμματος» λιτότητας σε βάρος των μισθωτών, το φθινόπωρο του 1985. Εχοντας κερδίσει τις πρόσφατες εκλογές υποσχόμενο «ακόμη καλύτερες μέρες», η κυβέρνηση βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με την οργή και τις αντιδράσεις όχι μόνο της Αριστεράς αλλά και μεγάλου μέρους των δικών της στελεχών και της λαϊκής της βάσης. Πολύ σύντομα, η «Αλλαγή» θα θεωρούνταν, πλέον, παρελθόν.

Στο επόμενο: Ανοδος και πτώση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (1986-1993)