ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η γειτονιά ξύπνησε με τον θόρυβο από το ηλεκτρικό πριόνι και τη μηχανή του ανυψωτικού μηχανήματος. Ηταν δεν ήταν επτά και μισή το πρωί. Ακουσε τον θόρυβο από την κουζίνα. Ετοίμαζε πρωινό και καφέ.

Κατέβασε το μπρίκι από τη φωτιά και πήγε στο μπαλκόνι. Οι εργαζόμενοι του δήμου είχαν κλείσει με κορδέλα τον δρόμο, είχαν παρκάρει ένα φορτηγάκι και τον γερανό μπροστά στο σπίτι της και κλάδευαν τα μικρότερα κλαδιά.

«Ηρθαν τελικά», σκέφτηκε. Το πεύκο έγερνε χρόνια, αλλά δυο χρονιές με χιόνι και δυνατό αέρα το είχαν σπρώξει κι άλλο προς τα κάτω. Οι ρίζες του είχαν αρχίσει να ανοίγουν το τσιμέντο στο πεζοδρόμιο. Κανείς δεν πάρκαρε εκεί. Φοβούνταν ότι θα ερχόταν άλλη μια κακοκαιρία, άλλος ένας δυνατός αέρας και θα γινόταν το κακό. Θα έπεφτε το γέρικο δέντρο και μπορεί να χτυπούσε και κανέναν περαστικό.

Ετσι, είχαν ειδοποιήσει τον δήμο. Μήνες μετά, σε ανύποπτο χρόνο, κάποιος ήρθε και το είδε και εκείνο το πρωί ήρθε και το συνεργείο. Πολύ τής κακοφάνηκε, κι ας ήξερε ότι γινόταν για καλό. Κι ας είχε φοβηθεί μέσα στον χειμώνα, ένα βράδυ που φυσούσε πολύ. Το παλιό πεύκο ήταν χρόνια εκεί. Το θυμόταν από παιδί. Το στόλιζε το χιόνι με τη βαρυχειμωνιά και το καλοκαίρι προστάτευε το δυτικό μπαλκόνι από τον δυνατό ήλιο. Κι εκείνη από τα πολύ αδιάκριτα βλέμματα από τις απέναντι πολυκατοικίες, όταν καμιά φορά καθόταν το πρωί να πιει καφέ με την πιτζάμα της.

Το προηγούμενο βράδυ, πίσω από τα κλαδιά και τις βελόνες του είχε δει τη σελήνη. Δυο μέρες μετά την πανσέληνο, αλλά ακόμα μεγάλη και φωτεινή.

Μπήκε στο σπίτι για να μη δει την ευθανασία του παλιού της φίλου. Είχε αρχίσει να ξεραίνεται, τους είπε ο γεωπόνος του δήμου. Δεν θα άντεχε πολύ ακόμα. Αλλά το λυπήθηκε. Σαν τους ανθρώπους που σιγά σιγά σβήνουν από κάποιο σαράκι – άλλοτε το ξέρουν οι γύρω τους και άλλοτε όχι. Μόνο όταν αισθάνθηκε τον γδούπο από τον κορμό που έπεσε, ταράχτηκε λίγο.

Λίγες ώρες μετά, όταν πήγε να πάρει το αυτοκίνητο για να φύγει, δεν το πολυπρόσεξε. Βιαζόταν, την περίμεναν άνθρωποι και δουλειές. Αλλά το απόγευμα που γύρισε, ένιωσε παρά είδε το κενό. Εκεί, στη σκιά που χάθηκε, έπαιζε κάποτε, όταν ακόμα τα παιδιά έπαιζαν στους δρόμους. Θυμόταν να έχει κρυφτεί πίσω του και να την προδίδει η παρδαλή φούστα της και να χάνει στο κρυφτό. Αλλά και να ακουμπάει πάνω του, όταν φορτωμένη με τα ψώνια γύριζε σπίτι, να πάρει μια ανάσα πριν ανεβεί στη σκάλα.

Η μέρα πέρασε απροσδιόριστα συγκινητικά. Σαν την απώλεια ενός γείτονα με τον οποίο δεν έλεγες ποτέ πολλά, αλλά ήταν καλός και συμπαθητικός άνθρωπος και χαιρόσουν να του πεις μια «καλημέρα», μια ευχή τις γιορτές. Που ανταλλάξατε δυο κουβέντες εκείνη τη μέρα του μεγάλου σεισμού και προσφέρθηκε να σε βοηθήσει, αν χρειαζόσουν κάτι. Ετσι ένιωσε για τον παλιό πεύκο.

Ετσι ένιωθε για τη γαρδένια που αρρώστησε ξαφνικά και ξεράθηκαν τα φύλλα της. Την είχε κλαδέψει καλά, δεν είχε αφήσει τίποτα ορατά ασθενές και συνέχιζε να της ρίχνει νερό, γάλα και καφέ για λίπασμα, με την ελπίδα ότι μπορεί τον χειμώνα να πετάξει φυλλαράκια ξανά. Eκείνη είχε ακόμη ορατά ζωντανό πράσινο κορμό – ή έτσι της φαινόταν. Και δεν απειλούσε κανέναν η καημένη. Ετσι περίπου είχε σώσει την επίσης παλιά ορτανσία, που τώρα ήταν έτοιμη να ανθίσει.

Το βράδυ ονειρεύτηκε μια αμμουδερή ακτή, με τα πεύκα να φτάνουν ώς τη θάλασσα. Εμοιαζε με μια απομακρυσμένη παραλία στην Πάτμο, που είχε πάει κάποτε. Είχε αποκοιμηθεί στη σκιά ενός δέντρου. Και το πρωί θυμήθηκε έναν κεντητό πίνακα στο σπίτι της γιαγιάς της: ένα κορίτσι με μαγιό διάβαζε ένα βιβλίο ακουμπώντας στον κορμό μιας κουκουναριάς. Κι έτσι παρηγορήθηκε κάπως.