ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντουανέττα Λογίου - Μπουρή*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το προκείμενο άρθρο αποσκοπεί στην παρουσίαση των ολόγλυφων και ανάγλυφων απεικονίσεων που η θεματική τους αφορά τις Ελληνίδες ηρωίδες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, οι οποίες αγωνίστηκαν στο πλαίσιο της απόσεισης του οθωμανικού ζυγού. Η δράση τους συνιστά ιστορικό ισάξιου θάρρους και ισότιμης θυσιαστικής προσφοράς με εκείνο των ανδρών αγωνιστών.

Στο πλαίσιο του σεπτού παρόντος οδοιπορικού, ορμώμεθα πρωταρχικά από την περιοχή της Ηπείρου, όπου απαντούν γλυπτά με θεματική τις Σουλιώτισσες που πολέμησαν παλικαρίσια και θυσίασαν τη ζωή τους, προτιμώντας τον θάνατο προκειμένου να μη γίνουν σκλάβες του Αλή πασά, όπως οι άγνωστες εκείνες που γκρεμίστηκαν στον Ζάλογγο μαζί με τα παιδιά τους, αλλά και δύο εμβληματικές μορφές, τη Μόσχω Τζαβέλλα και τη Λένω Μπότσαρη.

Διά χειρός και σμίλης

Ορειχάλκινη προσωπογραφία της πρώτης, φιλοτέχνημα του γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη (1942), είναι τοποθετημένη από το 1974 στον εμπρόσθιο αύλειο χώρο του αρχοντικού της εν λόγω οικογένειας που δεσπόζει στην περιοχή της Σαμονίβας του Δήμου Σουλίου. Σε στάση ευθυτενή και μετωπική, με το βλέμμα έντονο και απαρέγκλιτα προσηλωμένο ευθεία μπροστά, με την εν γένει όψη αποφασιστική και περήφανη, η εν λόγω ηρωίδα μορφοποιεί συμβολικά τη σθεναρή αγωνιστική φύση της σουλιώτικης γενιάς της. Στοιχεία, εξάλλου, όπως η κυριαρχία της ευθείας γραμμής και η αποχή από περιττά παραπληρωματικά θέματα υπογραμμίζουν, με τη σειρά τους, το ουσιαστικό που αποζητά σε όλα τα έργα του ο συγκεκριμένος γλύπτης.

Στην περιοχή Πηγές Αρτας του Δήμου Γεώργιος Καραϊσκάκης, πολύ κοντά στη Μονή Σέλτσου, είναι στημένη και προτομή της Λένως Μπότσαρη, φιλοτεχνημένη, το 2009, σε ορείχαλκο, από τον Δημήτρη Χριστογιάννη (1970). Ο,τι χαρακτηρίζει κυρίως τη μορφή είναι η ήρεμη έκφραση του προσώπου με τα κλειστά μάτια και η στάση του κεφαλιού, το οποίο αποδίδεται ελαφρά ανυψωμένο ωσάν να στρέφει προς τον ουρανό και ταυτόχρονα σε απαλή κλίση προς τον αριστερό της ώμο, στοιχεία τα οποία παραπέμπουν σε στιγμή επίκλησης της ηρωίδας στα θεία, όταν η τελευταία αγωνίζεται για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, και αποτελούν ταυτόχρονα τις ύστατες εν ζωή στιγμές της. Το κάλλος δε του προσώπου της δεν εξυπηρετεί στόχους εξωραϊσμού αλλά είναι απόρροια συνεπούς ρεαλιστικής απόπειρας· η Λένω υπήρξε εκπάγλου καλλονής.

Αντίθετα, μια ανώνυμης φύσης προσέγγιση του θέματος του γυναικείου ηρωισμού έχουμε με την πολυπληθή σύνθεση «Ο Χορός του Ζαλόγγου», του Γεωργίου Ζογγολόπουλου (1903-2004), η οποία δεσπόζει ψηλά στον λόφο του Ζαλόγγου που βρίσκεται στην Περιφερειακή Ενότητα Καμαρίνας του Δήμου Πρέβεζας.

Τοποθετείται το 1961, ακριβώς στο σημείο όπου συνέβη το τραγικό ιστορικό γεγονός και αποκαλύπτεται στις 10 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς από τον βασιλιά Παύλο.

Απεικονίζει τέσσερις γιγάντιες γυναικείες φιγούρες, ορθές και σε παρατακτική διάταξη, οι οποίες κρατούνται από το χέρι και βαδίζουν στητές και απτόητες προς τον γκρεμό. Η τάση απλούστευσης που διακρίνει τις μορφές, αρχαϊκής προέλευσης, εντοπίζεται στους αισθητά επίπεδους όγκους που τις δομούν και σε μια περιγραμμική μόνο διαγραφή τους, με απόρροια την παντελή εξάλειψη, το «σβήσιμο», κάθε ατομικού χαρακτηριστικού στοιχείου, επιλογή που συνηγορεί υπέρ του συλλογικού θυσιαστικού πνεύματος, συμβαδίζοντας απόλυτα με το θεματικό περιεχόμενο του έργου. Το παρατακτικό χορευτικό σχήμα παραπέμπει στον μακάβριο χορό που προηγήθηκε του κρημνισμού τους, ενώ η απόδοσή τους σε μη ισοκεφαλία, με ύψος μειούμενο προς το βάθος, αποτελεί υπαινικτική απόδοση του μεγάλου αριθμού τους, ο οποίος μακραίνοντας μειώνεται και τελικά χάνεται.

Αντίγραφα του έργου –σε μικρότερες διαστάσεις– υπάρχουν στο μουσείο του δημιουργού, στο Ψυχικό, και στο Προεδρικό Μέγαρο.

Η μνήμη ενός δεύτερου Ζαλόγγου, στην Αράπιτσα της Νάουσας, γεγονός που έλαβε χώρα στις 22 Απριλίου 1822, τιμάται επίσης από τις τοπικές αρχές της περιοχής με την ανέγερση σχετικού ορειχάλκινου γλυπτού, φιλοτεχνημένου από τη γλύπτρια Κατερίνα Χαλεπά-Κατσάτου (1925-2004) το 1973.

Εμπνευσμένη σύμφωνα με συμβατές ρεαλιστικές αντιλήψεις, η σύνθεση παρουσιάζει μια όρθια μητρική μορφή η οποία, έχοντας σφιχταγκαλιάσει τα παιδιά της, στέκει στο χείλος του γκρεμού και ετοιμάζεται να πέσει μαζί τους. Εδώ, ο τόνος τίθεται περισσότερο στη συγκινησιακή φόρτιση της στιγμής του εναγκαλισμού, η οποία συνιστά ταυτόχρονα ύστατο αποχαιρετισμό ανάμεσα σε μητέρα και παιδιά λίγο πριν από την πτώση. Η συμπαγής, κλειστή σύνθεση υπογραμμίζει τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ μητέρας και παιδιού, ενώ παράλληλα εμφαίνει την κοινή τραγική τους μοίρα.

Στη βόρεια Ελλάδα, συγκεκριμένα στην Αλεξανδρούπολη, υπάρχει επίσης ορειχάλκινο σύμπλεγμα μνημειακών διαστάσεων προς τιμήν της ηρωίδας Δόμνας Βισβίζη και του συζύγου της Χατζηαντώνη, οι οποίοι, προερχόμενοι από την Αίνο της Ανατολικής Θράκης, συνέβαλαν τα μέγιστα στους απελευθερωτικούς αγώνες της εν λόγω περιοχής, στο πλαίσιο της Επανάστασης του 1821. Η σύνθεση δημιουργείται το 1987 από τον Γιώργο Μέγκουλα (1955) και παρουσιάζει την ηρωίδα σε στάση όρθια και μετωπική, πάνω στο καράβι της «Καλομοίρα», ενώ ο άντρας της κείται λαβωμένος στο κατάστρωμα, δίπλα στα πόδια της. Με το αριστερό χέρι σε έντονα ευθυγραμμισμένη έκταση στο πλάι και τον δείκτη προτεταμένο, η ηρωίδα δείχνει όχι προς την πλευρά της θάλασσας, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει σε μια πρώτη πρόχειρη ανάγνωση ακολουθώντας τον προσανατολισμό του πραγματικού χώρου, αλλά προς εκείνη της ιδιαίτερης πατρίδας της, κίνηση που αποτελεί εμφανή συμβολική αναφορά στους Θρακικούς αγώνες, ενώ με το άλλο ορμητικά υψωμένο παρακινεί επιτακτικά σε επίθεση και νίκη.

Αυτή η καθαρά εξπρεσιονιστικής δυναμικής στάση, η οποία αποδίδει επιτυχώς την ένταση της στιγμής και το αγωνιστικό σθένος της ηρωίδας, βρίσκει εικονογραφική αναφορά στις γυναικείες μορφές που αναπαρίστανται σε πίνακες του 19ου αιώνα, όπως για παράδειγμα «La Liberté guidant le peuple» (1830) του Eugène Delacroix, καθώς και σε γλυπτές συνθέσεις, όπως εκείνη του François Rude, με τίτλο «La Marseillaise» (1835).

Ακόμη ένα ορειχάλκινο μνημείο προς τιμήν του ζεύγους Βισβίζη, γειτνιάζουσας εικονογραφίας και τεχνοτροπίας με το σχετικό προγενέστερο, δημιουργείται το 1995 από τον Γιώργο Τσάρα (1951) και απαντά στη Νέα Παραλία, στη Θεσσαλονίκη, ενώ δύο μαρμάρινες προτομές της Δόμνας βρίσκονται, αντίστοιχα, η μία επίσης στην Αλεξανδρούπολη, φιλοτεχνημένη από την Ελένη Γεωργαντή-Βοζίκη (1881-1977), ανάμεσα στα 1936 και 1940, η έτερη, δημιούργημα σε λευκό μάρμαρο του Απόστολου Φανακίδη (1945) –με βοηθό τον Πέτρο Μογγοσάνη–, κοσμεί από τις 15 Ιουνίου 2005, ως το νεότερο χρονολογικά γλυπτό, τη Λεωφόρο των Ηρώων στο Πεδίον του Αρεως, στην Αθήνα.

Στον νομό Αιτωλοακαρνανίας, συγκεκριμένα στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου, είναι τοποθετημένη ορειχάλκινη προτομή της Τασούλας Γυφτογιάννη, εμβληματικής ηρωίδας, η οποία συνδέεται με την Εξοδο του Μεσολογγίου. Αποτελεί φιλοτέχνημα του Ευάγγελου Τύμπα (1984), από το 2020, χυτεύεται στο μέταλλο με την ευγενική χορηγία της Αλεξάνδρας Μπακή-Γυφτογιάννη, απογόνου της ηρωίδας, και αποκαλύπτεται στις 18.7.2021 στο πλαίσιο του επετειακού εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

Ο,τι εντυπωσιάζει, εδώ, είναι ο πλούσιος, λεπτομερής και περίτεχνος εγχάρακτος και ανάγλυφος διάκοσμος της ενδυμασίας της μορφής, στοιχείο που προσθέτει ποιότητα στο γλυπτό και μαρτυρεί για τη δεξιοτεχνία και την καλλιτεχνική ευαισθησία του δημιουργού. Αξιο μνείας είναι, επιπλέον, η παρουσία του χριστιανικού σταυρού στο στέρνο της ηρωίδας, επιλογή η οποία δεν παραπέμπει τόσο στον μάρτυρα και στο θύμα όσο στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία που ασπάζεται η εικονιζόμενη, αποτελώντας συμβολική μνεία στον Αγώνα που είναι και υπέρ πίστεως, καθώς και στη συμβολή του κλήρου σε αυτόν. Αν και η τιμώμενη μορφή δεν έχει αποδοθεί ολόσωμη αλλά έως τη μέση του κορμού της, η κίνηση του υψωμένου δεξιού χεριού που κραδαίνει απειλητικά την πάλα προϊδεάζει ότι η εν λόγω πόζα έχει συλληφθεί σε απόλυτη συνάφεια με την αλήθεια της ιστορικής αγωνιστικής στιγμής που μεταγράφει πλαστικά το έργο.

Διά χειρός και σμίλης

Ολόσωμη απεικόνιση σε λευκό γύψο ακόμη μιας Μεσολογγίτισας ηρωίδας, της Ελένης Στάικου, φιλοτεχνημένη σε παράλληλο χρονικό διάστημα και από τον ίδιο γλύπτη, βρίσκεται στο εργαστήρι του στο Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας.

Τυπολογικά και τεχνοτροπικά, οι μορφές γειτνιάζουν, ωστόσο, εδώ, προβάλλεται παράλληλα και ένα χαρακτηριστικό στοιχείο βιογραφικής φύσης της τιμώμενης. Σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα, για να γλιτώσει την ατίμωση, έβγαλε με πιρούνι το δεξί μάτι της, στοιχείο που αποτυπώνεται εμφανώς στο εν λόγω γλυπτό.

Αλλά και οι αγρότισσες της Μάνης δεν υστερούν, δίνοντας ένα ανάλογης αξίας αγωνιστικό «παρών» με τις προαναφερθείσες ηρωίδες της Ρούμελης. Με τα δρεπάνια –εργαλεία της δουλειάς τους– ανά χείρας εναντιώνονται σθεναρά στους στρατιώτες του Ιμπραήμ, όταν οι τελευταίοι κάνουν απόβαση το 1826 στις ακτές του Διρού στην περιοχή της Ανατολικής Μάνης. Σε ανάμνηση του γεγονότος, απαντούν, στην εν λόγω περιοχή, αρκετές γλυπτές συνθέσεις, όπως εκείνη του Μιχάλη Κάσση (1931) και εκείνη του Πραξιτέλη Τζανουλίνου (1955). Ωστόσο, η πλέον πρόσφατη ανάμεσά τους με τον πολύ ενδεικτικό τίτλο «Ηρωίδα Μανιάτισσα», φιλοτεχνημένη το 2021 από τον Πέτρο Γεωργαρίου (1957), βρίσκεται στον Πειραιά.

Η πρωτοβουλία της ανέγερσής της ανήκει στην Ενωση των Απανταχού Μανιατών επί προεδρίας Σταύρου Βοϊδονικόλα και η δημιουργία της οφείλεται στις δημοτικές αρχές του Πειραιά και στην ευγενή χορηγία του εφοπλιστή Ευάγγελου Μαρινάκη.

Τοποθετείται αρχικά στο πάρκο Δηλαβέρη στην περιοχή Αγία Σοφία στον Πειραιά, όπου αποκαλύπτεται στις 5.10.2021, για να μεταφερθεί περίπου έναν χρόνο αργότερα στη σημερινή της θέση, στην είσοδο του σταθμού του μετρό Μανιάτικα. Πολύ πρόσφατα, την Κυριακή 11.6.2023, πραγματοποιήθηκε μπροστά στο εν λόγω άγαλμα τιμητική τελετή με αναμνηστικό χαρακτήρα.

Αντίγραφο του έργου σε μάρμαρο, σε ανάγλυφη –ημίγλυφη– μορφή και από τον ίδιο δημιουργό, υπάρχει στην τοποθεσία Χαλίκια της περιοχής του Διρού. Το γλυπτό απεικονίζει μια όρθια, ψηλή γυναικεία μορφή σε έντονη κίνηση που μαρτυρεί επιθετική διάθεση.

Είναι ντυμένη με λιτό ποδήρες ένδυμα και ανυπόδητη, ενώ το κεφάλι της καλύπτεται με τη χαρακτηριστική μαντίλα που συνήθιζαν να φέρουν οι χωρικές της εποχής. Αποδίδεται σε ορμητικό βηματισμό προέλασης, με τα κάτω άκρα σε ευρύ διασκελισμό, το αριστερό εμφανώς προβεβλημένο μπροστά. Με το αριστερό χέρι σφίγγει πάνω της ένα παιδί, τοποθετημένο σε σάκο που κρέμεται από τους ώμους της, ενώ με το άλλο, ανυψωμένο πάνω από το κεφάλι της, κραδαίνει απειλητικά ένα δρεπάνι, στοιχείο το οποίο αφενός παραπέμπει στην αγροτική της ιδιότητα, αφετέρου συνδέεται στενά με το ιστορικό γεγονός που συνιστά το θέμα του έργου.

Σε αυτό το πλαίσιο, το δρεπάνι, κατεξοχήν αγροτικό εργαλείο, μετατρέπεται σε πολεμικό αντικείμενο, σε φονικό όπλο, και η παρούσα Μανιάτισσα από απλή αγρότισσα ανάγεται σε διαχρονικό σύμβολο πολεμικού ηρωισμού.

Για ακόμη μία ηρωική μορφή της Πελοποννήσου με σημαντική συμβολή στον Αγώνα, αυτή της Αδαμαντίας Γρηγοριάδου, φιλοτεχνείται ανάμεσα στα 2019 και 2020 σχετική προτομή από τον Πραξιτέλη Τζανουλίνο. Η πρωτοβουλία της δημιουργίας της ανήκει στους εκπαιδευτικούς που κατάγονται από τη Νέα Φιγαλεία Ολυμπίας (Ζούρτσας), γενέτειρα της ηρωίδας, και η παραγγελία δίνεται το 2018. Η τιμώμενη μορφή εικονίζεται μετωπική, ντυμένη με φορεσιά της εποχής και αρματωμένη και το πρόσωπό της αποδίδεται με εξιδανικευτικές ρεαλιστικές διαθέσεις. Κρίμα που, λόγω της οικονομικής κρίσης και της επιδημίας του κορονοιού, αυτό το εξαιρετικής αισθητικής γλυπτό παραμένει έως σήμερα στην κατάσταση του γύψου σε αναμονή χύτευσης και τοποθέτησης.

*Φιλόλογος – ιστορικός της τέχνης MALingu, MALettres, MAHA, PhD


● Η γράφουσα ευχαριστεί τους δημιουργούς των εν λόγω γλυπτών για το σχετικό φωτογραφικό υλικό και τις πληροφορίες που έθεσαν στη διάθεσή της. Αισθάνεται επιπλέον την ανάγκη να ευχαριστήσει για την πολύτιμη βοήθειά τους την αδελφή Μυροφόρα της Μονής Σέλτσου, τις κυρίες Μίνα Κέκη, Δήμητρα Κούβαρη και Στέλλα Κλαδαρά, καθώς και τους κυρίους Χρήστο Καπερόνη, Αγγελο Τόκα και Κωνσταντίνο Τζαβέλλα.