ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πώς νιώθεις όταν δεν έχεις φωνή, όταν δεν ακούγεσαι ανάμεσα σε ένα πλήθος που ουρλιάζει; Όταν είσαι αόρατος; Πώς εκφράζεις αυτόν τον πόνο που καταντά απελπισία; Δίνοντας τον λόγο στο ανείπωτο μέσω του χορού, σωματοποιώντας ακριβώς αυτή την αδυναμία, αδυναμία κάποιου να ακουστεί και αδυναμία κάποιων να αφουγκραστούν, η Σενεγαλέζα χορεύτρια δρόμου, χιπ-χοπ και χορογράφος Khoudia Touré, υπότροφος στο πρόγραμμα τεχνών της Rolex, με μέντορα την Καναδή χορογράφο Crystal Pite, παρουσίασε το Oro.

Το έργο, αντλώντας από τη δημιουργική πηγή της πατρίδας της, συνομιλεί με χορευτές από τις γαλλόφωνες χώρες στην αφρικανική, την αμερικανική και την ευρωπαϊκή ήπειρο -γαλλική αποικία, βλέπετε, η Σενεγάλη-, αλλά και νέους από κάθε χώρα όπου ανεβαίνει η παράσταση που, με τη σχεδόν πρωτόλεια ενέργεια, αποτελεί τόπο συνάντησης βιωμάτων από νέους διαφορετικών κοινωνικών προελεύσεων, κυρίως μη προνομιούχων. Οι συμμορίες των δρόμων από τις επικίνδυνες φτωχογειτονιές του Ντακάρ, όπου το μόνο μέλλον τους είναι στις βάρκες της μεγάλης φυγής προς τον πλούσιο Βορρά. Οι φυλακισμένοι. Οι ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παιδιά που δεν είχαν ρόδινη παιδική ηλικία. Αντλώντας απ’ όλα αυτά τα βιώματα, η Τουρέ χρησιμοποιεί δυναμικές κινήσεις, καθημερινές χειρονομίες και μπλέκει τη γλώσσα του σώματος με τις χορευτικές φράσεις και τη χορογραφία του δρόμου στις διάφορες εκφάνσεις της, για να δώσει τον λόγο στον αποκλεισμένο, ώστε να του επιτρέψει να εκφραστεί μέσω της τέχνης, σε ένα κάλεσμα αλληλεγγύης και αλληλοκατανόησης.

Φαινόμενο Μπανούσι

Η άλλη παράσταση, αφορά το νέο φαινόμενο που ακούει στο όνομα Μάριο Μπανούσι. Ξεκίνησε την καλλιτεχνική πορεία του από την Αθήνα, προσφέροντας μια βαθιά συγκίνηση με το Goodbye, Lindita και έχει ήδη μαγέψει κριτικούς στο εξωτερικό (όπως τον Michael Billington του Guardian, από τους πιο σημαντικούς κριτικούς θεάτρου της Βρετανίας, που έγραψε έναν ύμνο), όπου αναμένεται να ταξιδέψει η παράστασή του – ενδιαφέρον που αποκάλυψε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Γιάννης Μόσχος. Αν και νεαρός, γεννημένος το 1998, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να οικοδομήσει σε ένα λιτό σκηνικό, ένα πυκνό νοημάτων εικαστικό σύμπαν, για να μιλήσει για τον αποχαιρετισμό ενός αγαπημένου προσώπου, τις σκέψεις που συνοδεύουν τον θάνατο και φέρνουν στον νου περιστατικά από τους σταθμούς στη ζωή του, μετατρέποντας κάτι τόσο βαθιά προσωπικό όσο το πένθος για την απώλεια, σε μια απόδοση τιμής στην αγάπη, με μια ευαισθησία που συγκινεί τους πάντες. Κάτι που καταφέρνει χωρίς λόγια.

Τι θα μπορούσες άλλωστε να πεις ως παρηγοριά σε κάποιον που πενθεί; Υπάρχουν λέξεις που μετριάζουν τον πόνο της απώλειας; «Νιώθω πως το πένθος είναι κάτι βουβό, πνιχτό, όπου τα λόγια απουσιάζουν ή δεν έχουν τόση σημασία τελικά. Κάπως έτσι προέκυψε το να μην έχει λόγο αυτή η παράσταση. Μια οικογένεια έχοντας βιώσει την απώλεια ενός προσώπου ζει το μετά και ίσως (ξανα)ζει στιγμές από το πριν. Σαν να ανοίγουν όλες/οι μαζί ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες και να συνθέτουν μια τελετή μετάβασης για τα πρόσωπα που πενθούν και για τη Lindita που πρέπει να τους αποχωριστεί», λέει ο ίδιος για την παράστασή του.

Γεννημένος στην Αθήνα από μητέρα Αλβανή, που δούλευε ολημερίς για να αναστήσει και να σπουδάσει τα τρία παιδιά της, ο Μάριο πέρασε την προσχολική του ηλικία με τη γιαγιά του στο χωριό στην Αλβανία. Στο Goodbye, Lindita -όπου Lindita είναι το όνομα της μητριάς του που στα αλβανικά σημαίνει «η ημέρα της γέννας», δίνοντας στον τίτλο το νόημα «Αντίο στην Ημέρα της Γέννας»- αποχαιρετά δύο πολύ αγαπημένους του ανθρώπους: τη γυναίκα του πατέρα του, αλλά και τον πατέρα του που πέθανε τρεις μέρες μετά τον θάνατό της. Και ντύνει το τελευταίο αντίο με ταφικά έθιμα από τα Βαλκάνια και όχι μόνο: πολλά λουλούδια, μια υπέροχη ζωντανή εκτέλεση του κενυάτικου τραγουδιού Kothbiro, μια άρια του Μπαχ (Θεέ μου, δείξε οίκτο για τα δάκρυά μου), ένα απόκοσμο φως που μπαίνει από το παράθυρο στο φτωχικό δωμάτιο, διαρρηγνύοντας το σκοτάδι του θανάτου, επιτείνει τη συγκινησιακή φόρτιση. Σωματοποιεί τη μάχη της ζωής με τον θάνατο, αλλά και της λύπης από την απώλεια, με κινήσεις άλλοτε βγαλμένες από την καθησυχαστική καθημερινότητα, την τελετουργία της παράδοσης κι άλλοτε λυρικές ή σχεδόν μανιασμένες, προσφέροντας μια ανάταση στην αναγέννηση: όταν η μάνα που έχασε το παιδί της, κουρνιάζει παρηγορητικά, σα βρέφος στην αγκαλιά της Παναγιάς, εκεί στο βάθος μιας σπηλιάς που βρίσκεται πίσω από τον τοίχο με τη μεγάλη εικόνα της Βρεφοκρατούσας.

Η παράσταση στην πειραματική σκηνή του Εθνικού, «Goodbye, Lindita» είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που θα ολοκληρωθεί στο Φεστιβάλ Αθηνών με το έργο «Taverna Miresia», μια περφόρμανς για την απώλεια του πατέρα του, ιδιοκτήτη και μάγειρα της ομώνυμης ταβέρνας στην Αλβανία, μια νοσταλγική ματιά στην παιδική ηλικία, αλλά και ένα καλωσόρισμα στην ενηλικίωση που ακολουθεί.

Το ταξίδι του Μπανούσι στη δραματουργία χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη τις προσωπικές του μνήμες, για να τις μετατρέψει σε εικόνες που επικοινωνούν τη θαλπωρή μιας οικειότητας, αλλά και την κάθαρση που ακολουθεί η καταβύθιση στα μύχια. Κι όλο αυτό ξεκίνησε με μια… γέννηση, τη δική του φυσικά: η Ragada, από τη ράβδωση που δημιουργείται στο δέρμα της γυναίκας, όταν τεντώνεται λόγω της εγκυμοσύνης, ήταν η πρώτη του σκηνοθεσία κι αφορούσε τη μητέρα του, που ήταν μαία στην πατρίδα της. Το έργο μετέφερε την εμπειρία της, όταν η ίδια δυσκολεύτηκε να γεννήσει το πρώτο της παιδί ως μια ξένη γυναίκα, μετανάστρια, χωρίς πολλά λεφτά, στην Αθήνα.

Όπως και στις παραστάσεις του, ο Μπανούσι είναι φειδωλός με τα λόγια και τις συνεντεύξεις. Τις αποφεύγει. Επιθυμεί να μιλάει μέσα από το έργο του, τις ζωντανές και πολυσήμαντες εικόνες που δημιουργεί – άλλωστε ήθελε να σπουδάσει εικαστικά, προτού συναντήσει τη δραματική τέχνη. Δεν θέλει να ασχοληθεί με τον ρατσισμό που γνωρίζει φυσικά ότι ακόμη αποτελεί εφαλτήριο διακρίσεων. Προτιμά να μιλήσει τη γλώσσα της μετουσίωσης του βιώματος σε εμπειρία που απευθύνεται και αφορά περισσότερες/ους και μάλιστα με έναν τρόπο που να εμπεριέχει τους πάντες, προσφέροντας την τέχνη του ως άλλη κοινωνία για όσους επιθυμούν να μεταλάβουν αδιαμεσολάβητα: χωρίς λέξεις που επιβάλλουν γλωσσικούς περιορισμούς, αναπτύσσοντας μια προσωπική ιδιόλεκτο. Ισως είναι ο τρόπος του να καταφέρει το όνειρό του: να μιλήσει με τις παραστάσεις του σε ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση στο θέατρο. Να δει τις παραστάσεις του ο κόσμος, να ταξιδέψει μαζί τους στο εξωτερικό, «στην Αλβανία, αλλά και στις χώρες που ζουν οι συγγενείς μου, που πάντα ήθελαν να δουν τα έργα μου, αλλά δεν μπορούν να έρθουν στην Ελλάδα», όπως έχει πει στο news247 και στη Χριστίνα Τσατσαράγκου.

Δύο ψάθινες άδειες καρέκλες μένουν στο τέλος της παράστασης, φόρος τιμής στην απώλεια των αγαπημένων του. Και είναι ο ίδιος που τοποθετεί από μία ανθοδέσμη στην καθεμιά, ως κατευόδιο και ανάμνηση. Όπως το σκοτάδι μάς ενώνει στην αφάνειά μας, έτσι και η ευγένεια μπορεί να φωτίσει την ευαισθησία και τα κοινά αισθήματα. Χρειάζεται μετάφραση;


Goodbye, Lindita

Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Μάριο Μπανούσι 

Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου

Σκηνικά-Κοστούμια: Σωτήρης Μελανός 

Μουσική: Εμμανουήλ Ροβίθης

Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας

Δραματολόγος παράστασης: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου

Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Πατητή

Παίζουν: Χρυσή Βιδαλάκη, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Μανταλένα Καραβάτου, Αφροδίτη Κατσαρού, Μάριο Μπανούσι, Ευτυχία Στεφάνου, Αννα Συμεωνίδου, Αλεξάνδρα Χασάνι. Μουσικός επί σκηνής: Τζέσικα Ονγιγέτσι Ανοσίκε

Η παράσταση προτείνεται για θεατές άνω των 16 ετών


Taverna Miresia – Mario, Bella, Anastasia

Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Μάριο Μπανούσι

Σκηνικά: Σωτήρης Μελανός

Σχεδιασμός φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Μουσική: Jeph Vanger

Συνεργάτρια δραματουργός: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου

Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Αντωνίου

Βοηθός ενδυματολόγου: Βασιάνα Σκοπετέα

Παίζουν: Σαβίνα Γιαννάτου, Χρυσή Βιδαλάκη, Κατερίνα Κρίστο, Μάριο Μπανούσι, Ευτυχία Στεφάνου

Φεστιβάλ Αθηνών-Εθνικό Θέατρο (Σκηνή Ελένη Παπαδάκη), 18-20/7 στις 19.30.