Οταν φωτογράφισα ανήμερα Πρωτομαγιάς, με συννεφιά, την εικονιζόμενη παπαρούνα να σχίζει την άσφαλτο, εντυπωσιασμένος, το πρώτο που μου ήρθε στον νου ήταν η «Παπαρούνα» του Αττίκ, από όπου και ο σημερινός τίτλος: «Την πρωτόειδε με ολοκόκκινα ντυμένη…» κ.λπ.
Αυτή κοριτσάκι, αυτός με λευκά μαλλιά (ο χρόνος ίσως!) να την παρατηρεί να μαζεύει παπαρούνες ντυμένη στα κόκκινα. Εξαίρετοι στίχοι, όπως οι πιο πολλοί του Αττίκ, με μελαγχολικό φινάλε, όπως τα πιο πολλά του Αττίκ. Ο οποίος, για την Ιστορία, πέθανε μετά βαρύ ξυλοδαρμό από Γερμανούς στην Κατοχή.
Το δεύτερο ήταν ο –κλασικός πια– πίνακας του Κλοντ Μονέ, «Το λιβάδι με τις παπαρούνες» (1873). Εργο σημαντικό για την ιστορία της ζωγραφικής, καθώς ο δημιουργός του την επόμενη χρονιά, 1874, έκανε το λεγόμενο «μπαμ»!
Επέστρεψε στο Παρίσι από το Λονδίνο, όπου είχε καταφύγει για να αποφύγει τον Γαλλο-πρωσικό πόλεμο (γίνονταν και τότε αυτά· σήμερα κάποιοι θα τον έλεγαν «προδότη»!), παίρνοντας μέρος σε ομαδική έκθεση ζωγράφων περίπου ίδιας τεχνοτροπίας (ανάλυση και διάχυση φωτός, να το πω με δυο λόγια, αν δεν προσβάλλω την Τέχνη!) με τον πίνακα (εδώ γίνεται το «μπαμ», η έκρηξη): «Ανατολή ηλίου (ή Ανατέλλων ήλιος) – Εντύπωση» («Soleil levant – Impression») (το λιμάνι της Χάβρης, νομίζω). Από τον οποίο πίνακα ο τεχνοκριτικός Λουί Λερουά (Leroy) πήρε την «Εντύπωση» («Impression») και την έκανε… διαβατήριο του Ιμπρεσιονισμού (Impressionism) και των ιμπρεσιονιστών.
Το τρίτο της ζηλεμένης παπαρούνας μού το έδωσε φίλος όταν του είπα την ιδέα μου να γράψω κάτι ανοιξιάτικο για τις ανθισμένες παπαρούνες. «Κι εσύ παπαρούνες;…». «Γιατί “κι εγώ παπαρούνες”;». «Γιατί όλοι, αυτόν τον καιρό, γράφουν για παπαρούνες! Κι εγώ… παπαρούνα έστειλα στο face book!…»!
Εγώ από face book είμαι στο μαύρο μεσάνυχτο· αν και, ομολογώ, πολλές φορές ζηλεύω την ευστοχία, τη λιτότητα και το χιούμορ πολλών και πολλές φορές έχω ευχηθεί: «μακάρι να ήταν δικά μου!». Αυτό που δεν κατάλαβα είναι η… αποστολή παπαρούνας μέσω διαδικτύου· εντάξει τα προσωπάκια που γελάνε ή στραβομουτσουνιάζουν, οι καρδούλες κ.λπ., αλλά να στέλνεις και ψηφιακά άνθη με το Ιντερνετ! Παλιά λέγαμε, και κυριολεκτούσαμε: «Της πρόσφερα ένα λουλούδι». Τώρα, πώς θα το λέμε; «Της ανάρτησα μία γαρδένια»; Μπέρδεμα!
Τα υπόλοιπα –που είναι πάρα πολλά, και τι δεν έχει και τι δεν κάνει η παπαρούνα, με τα πάνω από εκατό είδη της, τα δέκα στην Ελλάδα– τα βρίσκει κανείς… αναρτημένα, άμα… γκουγλάρει ή σερφάρει στα sm (social media). Από αυτά χάρηκα τα πολλά της, κατά τόπους, ονόματα: κοκκινάδα, κοτσονιά, κουτσουνάδα, πετεινός, πούλι, λιλικούκι, μακουνίδα, λαλές κ.ά. Γνώριζα και τη μήκωνα (την… αθώα, ροιάς, από το ρέω, επειδή μαδάει σχετικά γρήγορα) και την υπνοφόρο, του… Αφγανιστάν, των συμμοριών (ανεξαρτήτως θρησκευτικής πεποιθήσεως) και των πολέμων.
Κράτησα ακόμα κάτι από τα πολύ παλιά δικά μας: την παπαρούνα σύμβολο της Δήμητρας. Στα Ελευσίνια, τα αγάλματα της θεάς στολίζονταν με παπαρούνες. Παπαρούνες κρατούσαν, στις παραστάσεις τους, οι γιοι του Αδη, ο Υπνος και ο Θάνατος.
Η παπαρούνα –απίστευτος συμβολισμός… μετάβασης– μπορεί να σε κοιμίσει, μπορεί και να σε πεθάνει. Μια χαρά τα μονοιάζανε με τις αρμονίες τους οι αρχαίοι: φυσική, θεία και ανθρώπινη τάξη (και αταξία…) ένα πράγμα. Εμείς οι νεότεροι;… Εμείς τραβάμε ντουγρού προς εκλογάς! Και ουδείς εξ αυτών κοκκινίζει σαν παπαρούνα…
