ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι μόλις 23 ετών. Καθόλου κακή ηλικία για ν’ ασχοληθεί κάποιος με έναν συνομήλικό του, που ωστόσο έζησε περισσότερα από 400 χρόνια πριν! Ο Κοσμάς Κότσι είναι 23 ετών και καταπιάνεται με τον Αμλετ, τον τραγικό ήρωα του Σέξπιρ. Ο Κοσμάς ήταν από τους πρώτους που τελείωσε το τμήμα Σκηνοθεσίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και ο μικρότερος στο τμήμα του. Γεννήθηκε στην Ελλάδα, με καταγωγή από την Αλβανία, κι αυτή είναι η πρώτη του σκηνοθετική δουλειά -και είναι πράγματι εξαιρετική. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα της παράστασης «Στο μυαλό του Αμλετ», που βασίζεται πάνω σε μια ιδέα του ίδιου, σε σχέση με την προβληματική της διερώτησης του ήρωα: «Να ζει κανείς ή να μη ζει;».

«Για εμένα, αλλά και για όλη την ομάδα, αυτό το κείμενο αποτέλεσε το όχημα για να ερευνήσουμε το κείμενο του Σέξπιρ και για να μιλήσουμε για όλα όσα παρατηρούμε γύρω μας», μας λέει ο Κοσμάς. «Ισως, τελικά, το “να ζεις ή να μη ζεις” έχει περισσότερο να κάνει με το “να δρας ή να μη δρας”… Σε αυτό το πλαίσιο, η παράσταση είναι μια καταβύθιση στο μυαλό του Αμλετ, τη στιγμή που πρέπει να αποφασίσει εάν θα δράσει ή όχι. Βλέπουμε τον ήρωά μας να διασπάται στον χρόνο και στον χώρο, να μάχεται τον εαυτό του για το ποιο είναι το σωστό και ποιο όχι, να συμφιλιώνεται, να συμφωνεί και να διαφωνεί την ίδια στιγμή, να ονειρεύεται. Ενώ παράλληλα βρίσκεται σε ένα ταξίδι αναζήτησης της ευτυχίας, ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, ανάμεσα στη δράση ή στην αδράνεια».

Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ για τη δική μου γενιά (των millennials), πόσο μάλλον για τη γενιά του Κοσμά Κότσι (Gen Z), η αμφιθυμία αυτή του σεξπιρικού ήρωα μπορεί να παραφραστεί στο «μπορώ να ζήσω;»: «Ζούμε μέσα σε έναν κόσμο, ο οποίος περιορίζει όλο και περισσότερο τη ζωτική μας ενέργεια», μας απαντά ο Κοσμάς. «Προσπαθούν όλο και περισσότερο να μας κάνουν αδρανείς. Βασικά, μας πιέζουν. Μας πιέζουν στο να είμαστε φιμωμένοι και αδρανείς. Ακόμα και εάν θέλουμε να κάνουμε κάτι, το σκεφτόμαστε χίλιες φορές, καθώς φοβόμαστε την κριτική την οποία θα δεχτούμε. Εδώ είναι το σημείο που νομίζω όλοι πλέον συνδεόμαστε με τον Αμλετ: όπως κι εκείνος, έτσι κι εμείς, ως σύγχρονοι Αμλετ, καθόμαστε και σκεφτόμαστε τι είναι το σωστό και τι το λάθος, το πώς και το γιατί, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να ζήσουμε εμπειρίες και καταστάσεις που θα επηρέαζαν κάπως τη ζωή μας, θα την άλλαζαν, θα την κινητοποιούσαν. Αυτό συμβαίνει και με τον Αμλετ: ενώ αυτός σκέφτεται, τα πράγματα γύρω του τρέχουν πιο γρήγορα από αυτόν και χάνει το timing της δράσης. Οταν επιτέλους δρα, είναι πλέον αργά».

«Ακόμα και ο τόπος που θα βρεθούμε έχει σημασία (πέρα από τον χρόνο). Το πώς θα “δούμε” αυτόν τον τόπο έχει σημασία. Για παράδειγμα, η ιδέα της παράστασης προήλθε από τον ίδιο τον χώρο στον οποίο παίζεται, στο “Πάνω Σπίτι”: πρόκειται για μια νεοκλασική κατοικία του 1930, με ιδιαίτερη αθηναϊκή αισθητική, η οποία με κάποιον τρόπο ορίζει την ατμόσφαιρα και τη σκηνογραφία της παράστασης. Κατά τη διάρκεια της παραμονής στον χώρο, προσπαθούσα να φανταστώ ποιος θα μπορούσε να ζει εδώ και κάπως έτσι έφτασα στον Αμλετ… Κάπως έτσι ξεκινήσαμε με τα παιδιά να μελετάμε το κείμενο του Σέξπιρ, να το αναλύουμε, να βλέπουμε πώς είναι δομημένο κι από εκεί σιγά σιγά, ακολουθώντας τις φράσεις του μονολόγου, προσπαθήσαμε, μέσα από αυτοσχεδιασμούς, ν’ ανοίξουμε την εκάστοτε ατάκα του μονολόγου και να δούμε πού μπορεί να οδηγήσει. Ετσι φτιάξαμε το δικό μας κείμενο, με τις δικές μας δράσεις, που συνδέουν τον Αμλετ τού τότε με εμάς σήμερα. Φυσικά, αν δεν υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι να δείξουν εμπιστοσύνη κι ενδιαφέρον για το εγχείρημα, τίποτα δεν θα γινόταν -τους είμαι ευγνώμων!».

Εξαιρετικά ευγενής και συναισθηματικά γενναιόδωρος είναι ο Κοσμάς -αυτό φαίνεται κι από τον τρόπο που δρα σκηνοθετικά αλλά και που έχει προσεγγίσει το… μυαλό του Αμλετ. Ο ίδιος σίγουρα μπορεί να δει τον ψυχισμό του ήρωα με μια νέα ματιά, όχι μόνο επειδή είναι πολύ νέος, αλλά επειδή έχει ήδη ζήσει πολλά: γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κοζάνη, από γονείς μετανάστες από την Αλβανία. «Ηταν άνθρωποι εργατικοί, του μεροκάματου», μας λέει. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, τους έβλεπα πάντα να κάνουν δύο και τρεις δουλειές τη μέρα, για να επιβιώσουμε και για να μη μας λείψει τίποτα, εμένα και της αδερφής μου.

Προσπαθούσαν πάντα να μας περάσουν την εργασία ως τρόπο σκέψης για το μέλλον μας, γι’ αυτό και η μάνα μου, μόλις τελείωσα το Δημοτικό, με πήρε μαζί της στο χωράφι -δεν ήταν εύκολη δουλειά. Ηταν πολύωρη και κουραστική, λόγω του ήλιου που σε χτύπαγε για ώρες. Εκανα διάφορες δουλειές μαζί με τους γονείς σε όλη τη φάση της εφηβείας μου. Κάτι το οποίο με σκληραγώγησε, για να φοβάμαι όσο λιγότερο μετά… Κάποια στιγμή, εντάχθηκα στη θεατρική ομάδα της πόλης. Αν δεν ήταν η δασκάλα μου τότε, η κ. Γιάννα Γκουτζιαμάνη, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά για μένα σήμερα. Η ίδια βοήθησε εμένα, όπως και εκατοντάδες άλλα παιδιά, ακριβώς γιατί, μέσω αυτής της ομάδας και με τη δική της αρωγή, τα παιδιά είχαν τη δυνατότητα ν’ ανακαλύψουν έναν άλλο εαυτό τους, να εμπλακούν με το θέατρο και να προχωρήσουν πιο γεμάτοι στην ενήλικη ζωή τους.

Μόλις ενηλικιώθηκα, μπήκα στο τμήμα Σκηνοθεσίας του Εθνικού. Ημουν ο μικρότερος, ήταν και ο πρώτος χρόνος λειτουργίας του. Αλλο ταξίδι και αυτό… Αλλά είπαμε: όπως και ο Αμλετ, πρέπει ν’ αποφασίσουμε αν θα δράσουμε ή όχι. Μπορεί πολλοί καλλιτέχνες να κυνηγούν το “sold out”, μπορεί η επιτυχία να έχει επισκιάσει ως σκοπός την έρευνα, τη δημιουργία, τη διαδικασία, ωστόσο πρέπει κι εμείς οι ίδιοι να δημιουργούμε την ευκαιρία μας, για ν’ αναδείξουμε τη δουλειά μας. Το Pano Spiti έδωσε και δίνει την ευκαιρία στην ομάδα μας να παρουσιάσουμε το έργο μας, μακριά από το εμπορικό επίκεντρο. Πάντως, ό,τι κι αν είναι να γίνει, από την αδράνεια και τη δράση, επιλέγω ξεκάθαρα τη δεύτερη -υπάρχει άλλος δρόμος;».


? Πληροφορίες: Σήμερα, στις 19.00, είναι η τελευταία παράσταση. Το έργο παίζεται σε ένα υπέροχο νεοκλασικό, στο «Pano Spiti» (Λεωφ. Αλεξάνδρας 37). Διάρκεια: 55’. Πληροφορίες, κρατήσεις: 6945954328, 6988897552. Προπώληση: viva.gr (γενική είσοδος: 10 ευρώ). Παίζουν: Γιώργος Ζυγούρης, Γκαλ Ρομπίσα. Μουσικοί επί σκηνής: Πύρρος Μαρματάκης (έχει συνθέσει και τη μουσική), Ιόνυ Μοσχοβάκου.