«Μπορεί να αποτελεί νάρκη στα θεμέλια του δημόσιου βίου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στο μέλλον» αναφέρει η Αικατερίνη Παπανικολάου.
Με τις αποκαλύψεις να διαδέχονται η μια την άλλη και την ΕΦ.ΣΥΝ. να παρουσιάζει ένα ακόμα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ όπου δύο από τα βασικά εμπλεκόμενα πρόσωπα, οι επιχειρηματίες Γιάννης Λαβράνος και Φέλιξ Μπίτζιος, να φέρονται να είχαν άμεση εμπλοκή σε σειρά διαγωνισμών της κυβέρνησης Μητσοτάκη αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ, το μέλος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών εκφράζει το προβληματισμό της για τις παρακολουθήσεις Ελλήνων πολιτών, πολιτικών, δημοσιογράφων και δημόσιων αξιωματούχων με το κακόβουλο λογισμικό Predator.
«Το μεγάλο πρόβλημα, ειδικά σε σχέση με το υλικό που έχει προκύψει από τις παρακολουθήσεις με το κατασκοπευτικό λογισμικό, είναι ότι έχει διαμορφωθεί ένα αποθετήριο, μια δεξαμενή τέτοιων καταγραφών, που δεν γνωρίζει κανείς σε ποια χέρια βρίσκονται σήμερα, πού μπορεί να μεταβιβαστούν, με ποια αφορμή, έναντι ποίων ανταλλαγμάτων και για πόσο καιρό (γιατί δεν είναι μια υπόθεση που ξεκίνησε χτες και θα τελειώσει αύριο-μεθαύριο), για πόσο καιρό θα μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις στον δημόσιο βίο, ενδεχομένως και τον ιδιωτικό βίο κάποιων. Όταν υπάρχει υλικό παρανόμως κτηθέν από επικοινωνίες, ο καθένας μπορεί να φανταστεί ποια μπορεί να είναι η χρήση του. Δεν ξέρουμε απολύτως τίποτε, πού βρίσκεται σήμερα, πού θα βρίσκεται αύριο, με ποια ανταλλάγματα θα βρίσκεται εκεί. Αυτά βοηθούν να αντιληφθεί κανείς την τόσο μεγάλη σημασία της διασφάλισης του δικαιώματος», υποστήριξε (Kontra Channel) η κ. Παπανικολάου.
«Για το υλικό που καταγράφεται από παρακολουθήσεις στο πλαίσιο των διατάξεων του νόμου, υπάρχουν συγκεκριμένες κατευθύνσεις, πόσο καιρό πρέπει να διατηρηθεί, πώς καταστρέφεται. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά και το πρόβλημα, μεταξύ νόμιμης παρακολούθησης και παρακολούθησης με κατασκοπευτικό λογισμικό», προσέθεσε.
H ίδια έκανε γνωστό ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών οδήγησε σε έκρηξη αιτήσεων ελέγχου από πολίτες.
