Με μια καινούργια παραγωγή από την ΕΛΣ της ανεξάντλητα δημοφιλούς όπερας του Πουτσίνι «Μαντάμα Μπατερφλάι» ξεκίνησαν οι παραστάσεις του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών. Συνεχίζοντας την καλλιτεχνικά γόνιμη στρατηγική της συνεργασίας με κορυφαίους διεθνείς σκηνοθέτες, η οποία επικονιάζει γόνιμα την πολιτιστική μας ζωή με ανανεωτικά ξαφνιάσματα και ρήξεις, η νέα παραγωγή της ΕΛΣ ανατέθηκε στον Ολιβιέ Πι. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο Ηρώδειο μεσοβδόμαδα, Πέμπτη 1/6/2023.
Υπήρξε εξαιρετική από μουσική άποψη αλλά ως θέαμα ακραία ρηξικέλευθη. Το τελευταίο δίχασε το κοινό αλλά, ταυτόχρονα, απάλλαξε -ομολογουμένως κάπως βιασμένα- την «Μπατερφλάι» από τις επικαθίσεις αναρίθμητων παραδοσιακών, δηλαδή στενά εικονογραφικών ή/και συναισθηματικών ανεβασμάτων. Επίσης, ήταν κάτι που, αναμενόμενα, ακύρωσε τις προσδοκίες μη υποψιασμένων θεατών που περίμεναν απλώς ένα παραδοσιακό ανέβασμα, τυπικό της απλουστευτικής -λέγε: αποικιοκρατικής- οπτικής του «γιαπωνέζικου» όπως το αντιλαμβανόταν η Ευρώπη τού τότε…
Ο διάσημος Γάλλος σκηνοθέτης τόλμησε μιαν έντονα εκσυγχρονιστική προσέγγιση το έργου: πέρασε τα συμφραζόμενα της υπόθεσης μέσα από ένα φίλτρο δραστικά πολιτικοποιημένης ανάγνωσης, ενώ αντί να εικονογραφήσει τη δράση την απέδωσε ως αλληλεπίδραση συμβόλων και τόπων (εξαμερικανισμένη Ιαπωνία των ’50s, μνήμη / αναφορά στη Χιροσίμα, υβριδικά κοστούμια κ.λπ.). Από την ιστορική εκσυγχρονιστική περίοδο Μέιτζι (1868-1912) της πρωτότυπης ιστορίας μετακίνησε τη δράση στη δεκαετία του ’50, θέτοντας ως άξονα το ακανθώδες θέμα της ενεργητικής (έξωθεν) και παθητικής (έσωθεν) ισοπέδωσης του συστήματος παραδοσιακών αξιών της Ιαπωνίας από τη μεταπολεμική εισβολή/επιβολή του αμερικανικού τρόπου ζωής και του «αμερικανικού ονείρου».
Ουσιαστικά, ο Πι ανέπτυξε στοιχεία που ενυπάρχουν στην «ιαπωνική τραγωδία» των Πουτσίνι/Τζακόαζ/Ιλικα, αναπλαισιώνοντάς τα με μια απερίφραστα κριτική σκηνοθετική ματιά που έμπασε έντεχνα στο κάδρο της αφήγησης την ώς τώρα αόρατη εμπειρία από τη μεριά των εξωτικών «άλλων», δηλαδή τα σοβούντα ατομικά και συλλογικά τραυματικά συναισθήματα των Ιαπώνων της εποχής μετά την ταπεινωτική ήττα και τις εμπειρίες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι. Αυτό το οπτικοποίησε έντεχνα εισάγοντας τη βαρύνουσα παρουσία ενός βωβού «χορού» χορευτών που μέσω της κινησιολογικής γλώσσας Μπούτο (χορογραφία Ντανιέλ Ιζό), ενσάρκωσε εφευρεμένους ρόλους (φάντασμα του πατέρα της Τσο-Τσο-Σαν) και σχολίαζε χορευτικά τα δρώμενα (σπαραγμός της προδομένης Τσο-Τσο-Σαν, νύχτα αγωνιώδους προσμονής κ.λπ.).

Μεταγράφοντας την «ιαπωνική» σε «αρχαία» τραγωδία ο Πι αντέστρεψε τις θέσεις ορχήστρας-τραγουδιστών: άπλωσε την πρώτη στο βάθος της μακρόστενης σκηνής του Ηρωδείου και κίνησε τους δεύτερους στην τελείως άδεια κυκλική ορχήστρα του ωδείου, ενώ δύο συμμετρικά περιτρέχουσες ιπτάμενες γέφυρες συνέδεαν την κεντρική είσοδο της σκηνής με την ορχήστρα (σκηνικό και κοστούμια Πιερ-Αντρέ Βάιτς). Η βασική δράση στην ολότελα άδεια ορχήστρα εκπορεύτηκε μόνον από τους τραγουδιστές. Μοναδικής ποίησης σε μια κατά τα άλλα σκόπιμα στεγνή αφήγηση ήταν οι στιγμές ερωτικής αγαλλίασης και συναισθηματικής έντασης στις οποίες η ορχήστρα μετατρεπόταν σε έναστρο σύμπαν.
Μουσικά η παράσταση ήταν πάρα πολύ καλή και, κυρίως, εκφραστικά καλαίσθητη. Χάρη στην αντιστροφή θέσεων ορχήστρας-τραγουδιστών, ηχητικά το ακρόαμα λειτούργησε ισορροπημένα και τελείως αβίαστα. Ο Βασίλης Χριστόπουλος άντλησε από την Ορχήστρα της ΕΛΣ μιαν αξιοσημείωτα φίνα, συμφωνικών ποιοτήτων ανάγνωση της ορχηστρικής μουσικής που συνοδεύει τους τραγουδιστές υπηρετώντας μαζί τους τη μουσική δραματουργία στη «Μαντάμα Μπατερφλάι». Σκηνικά η διανομή ήταν οπτικά πειστική και ταίριαξε γάντι στη σκηνοθετική οπτική του Πι: Ασιάτισσα, εύθραυστη, νεανική Μπατερφλάι, στιβαρός, άξεστος λευκός Πίνκερτον, λοιποί χαρακτήρες εύστοχα σχηματοποιημένοι. Μουσικά, λειτούργησε θαυμάσια, διαθέτοντας σωστά πλασμένες, ισορροπημένες επιμέρους συνεισφορές.
Με υγιή, φωτεινή φωνή η Νοτιοκορεάτισσα υψίφωνος Αννα Σον ενσάρκωσε μια καλαίσθητα λυρική, χωρίς τις συνήθεις οπερατικές υπερβολές, νεανική, δίχως εκπτώσεις, απολαυστικά καλοτραγουδισμένη Μπατερφλάι. Απέναντί της, ο Ιταλός τενόρος Αντρέα Καρέ πρόβαλε ως φωνητικά ισοδύναμος, υγιής, όμοια λυρικός Πίνκερτον. Αν και, συγκριτικά, υπερμεγέθης φωνητικά στο όριο του να κλέψει την παράσταση (!), εξαιρετική ήταν η Σουτζούκι της Ρωσίδας μεσοφώνου Αλίσα Κολόσοβα – εύκολα τη φαντάζεται κανείς ως Μπρανγκένε σε έναν «Τριστάνο»! Καλοί στους δευτεραγωνιστικούς ρόλους τους ήσαν ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης (Σάρπλες), ο τενόρος Γιάννης Καλύβας (Γκόρο), ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός (Γιαμαντόρι), ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς (Μπόνζο). Καλά, συντονισμένα ήχησε η Χορωδία της ΕΛΣ.
