Το ωραίο με την ποίηση και την τέχνη γενικότερα είναι ότι ο δημιουργός δεν οφείλει τίποτα στον αναγνώστη και κυρίως δεν του οφείλει καμία εξήγηση. Αντιθέτως, ο αναγνώστης πρέπει να ανατρέξει και να εξερευνήσει τη δημιουργία. Μόνο έτσι θα έρθει σε πραγματική επαφή με το έργο, θα μπορέσει να συνομιλήσει με αυτό, να προσεγγίσει ιδέες και προθέσεις και να βοηθηθεί στην αποδοχή του πεπρωμένου, δηλαδή της βεβαιότητας του θανάτου.
Σε αυτή την τελετουργία ο Αλεξανδρόπουλος προσφέρει τα απροσάρμοστα φωνήεντα και τα δύστροπα σύμφωνά του με μια θυμική ποίηση που κάνει το συναίσθημα εικόνα και το επιστρέφει διά αυτής στον αναγνώστη με ένα σημαίνον που χρησιμοποιεί συχνά το πρώτο πληθυντικό, ενσαρκώνοντας ένα κοινό πρόσωπο με τον αποδέκτη ή μάλλον με εκείνον που μοιράζεται τους ίδιους προβληματισμούς. Οι εικόνες του πραγματεύονται τις αγωνίες του, την απώλεια (σ. 10), τη ματαιότητα (σ. 11, 19, 29), τις ανασφάλειες (σ. 16), ευθύνες (σ. 22), αδιέξοδα (σ. 23).
«Δεν έχει επεισόδια η ζωή / μόνο απύθμενα αδιέξοδα / μυστικές κρύπτες, σωτήρια κυριακάτικα κηρύγματα / σιωπηλά μηνύματα σε άγνωστους παραλήπτες»
Ετσι μαθαίνουμε περισσότερα για τον ίδιο, για τις πολλαπλές του ιδιότητες, εκείνη του εικαστικού, του οικονομικού επιστήμονα, του οικογενειάρχη, για την κριτική του στράτευση στην Αριστερά και για τη σημασία του έρωτα στην ύπαρξή του.
«Ποταμός στην καρδιά σου εκβάλλω / Εγώ κι εσύ μαζί / Στο ερωτικό αγκάλιασμα του τέλους / Πύρινο λουλούδι στον έναστρο ουρανό»
Παρά την αναπόφευκτη ετεροβαρύτητα των ποιημάτων του, ο Αλεξανδρόπουλος μας δείχνει διαμέσου αυτών την εναντίωσή του στον κοινωνικό κομφορμισμό (σ. 18, 17, 14), «ζούμε μέσα από τις ματιές των άλλων / Χειροτερεύουμε στις διαδρομές τους / Γινόμαστε πειθήνια όργανα ατσάλινων συστημάτων», και μια λύτρωση που αναζητείται στη θέληση της πράξης (σ. 42, 34), στο άνοιγμα της πόρτας που, ενώ στη Γώγου είναι προς τη φωτιά, στον Αλεξανδρόπουλο είναι προς το όραμα που προσεγγίζει μεταφυσική υπόσταση και κυρίως στον ουρανό που επανέρχεται συνεχώς στα ποιήματά του, είτε σαν ένα ονειροπόλημα όπου προβάλλονται επιθυμίες, είτε σαν υποδοχέας ενός έναστρου ταξιδιού που προβάλλεται στη Γη.
«Τεντώσαμε τα χέρια στον ουρανό / Εστω και μια σταγόνα βροχής / θα δήλωνε ότι δεν διάγουμε / βίον ασκόπως»
Οι εικόνες αυτές συναρμόζονται στην ποιητική οντότητα του Αλεξανδρόπουλου, που εξελίσσεται σαν μια προσπάθεια διαφυγής από μια άρρωστη πόλη (σ. 15), από τις κοινωνικές συμβάσεις και υποχρεώσεις· και εδώ, θα σταθώ κλείνοντας, λέγοντας ότι η ποίησή του μας προσφέρει ακριβώς αυτό: μια διαφυγή όχι μόνο από τις άρρωστες πόλεις στις οποίες ζούμε, αλλά από τους άδειους καιρούς που διανύουμε.
*Δρ. Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ
