Ακόμη και για τους πιο κοινότοπους και «αμελητέους» ανθρώπους, εκείνους που προσδένουν τη ζωή τους πειθήνια στις αναίμακτα ασφαλείς ράγες των κοινωνικών επιταγών και της αδρανούς συνήθειας, η υπερταχεία της τύχης μπορεί να επωάζει ένα σημαίνον γεγονός που θα αναταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της πληκτικά προβλέψιμης ζωής τους, κάτι που θα εξαπολύσει μια εκτυφλωτική δεσμίδα συναισθήματος στην ψυχρή κι αδιαπέραστη καρδιά τους.
Τα αιφνίδια σχέδια της ζωής για τον σταθμάρχη Φαλμεράιερ, έναν τυπικό μεσοαστό υπάλληλο του οργανισμού αυστριακών σιδηροδρόμων, όρισαν ένα μοιραίο βράδυ ολάκερη τη μετέπειτα ζωή του.
Ο Φαλμεράιερ, γέννημα-θρέμμα της αυστριακής επαρχίας, ακολουθεί κατά πόδας και δίχως ενδοιασμό την επαγγελματική κατεύθυνση του πατέρα του, εκπληρώνοντας την «προσήκουσα» ανέλιξη στην ιεραρχία, κατοχυρώνοντας τη θέση του σταθμάρχη. Κατόπιν, νυμφεύεται και τεκνοποιεί με συνοπτικές διαδικασίες, όπως του υπαγορεύουν υποσυνείδητα τα κοινωνικά ειωθότα – να συναρμόσει επιτυχώς τις προδιαγραφές της εξιδανικευμένης εικόνας του τακτοποιημένου κι ευυπόληπτου αστού οικογενειάρχη.
Η καθημερινότητα του Φαλμεράιερ έχει προδιαγεγραμμένα δρομολόγια αφίξεων, συρμών και γεγονότων και τίποτα δεν αποστατεί από την ατάραχη ομοιομορφία, κάτω από την οποία αφ’ εαυτού αμπάρωσε την ύπαρξή του. Το απρόοπτο γεγονός που θα ναρκοθετήσει την προβλέψιμη καθημερινότητά του θα είναι ο απρόσκλητος έρωτας, του οποίου ο δημιουργικός σπινθήρας θα εκτοξευτεί μέσα από έναν τόπο απόλυτης καταστροφής, όπως ακριβώς στην υπέρτερη έκρηξη του σύμπαντος που λάξευσε τους γαλαξίες. Κάπως έτσι, γεννιέται κι ο πλανήτης της καρδιάς του σταθμάρχη, μέσα από τη μετωπική πρόσκρουση δύο συρμών, οι οποίοι θα συγκλίνουν τις δημιουργικές προϋποθέσεις μιας καθοριστικής συνάντησης.
Το δυστύχημα θα επιφέρει και τον κατακερματισμό της αδιάβλητης πανοπλίας των παροπλισμένων συναισθημάτων του σταθμάρχη, διά μέσου της ακαριαίας σύγκρουσης με τον έρωτα, στο ημιλιπόθυμο πρόσωπο μιας ταξιδιώτισσας. Περιστοιχισμένοι από τον κοπετό των ανθρώπων και τις αναθυμιάσεις των χαλασμάτων, οι δυο τους θα σμίξουν, όπως μόνον η καταστροφή κατέχει να συζευγνύει άρρηκτα τις υπάρξεις, με το κραταιό κονίαμα της ομόφωνης συνειδητοποίησης για τη φιλάσθενη κράση της ζωής και την επακόλουθη ανακούφιση της επιβίωσης. Περιθάλποντας τη γυναίκα, ο Φαλμεράιερ αναπλάθεται υπό το πρίσμα ενός καινοφανούς προορισμού, αυτού της ακατανίκητης χρείας της εγγύτητας με το ερωτικό αντικείμενο, αλλά κι εκείνου της συνεχούς υποδαύλισης του αμέριστου θαυμασμού του. Ετσι, ατενίζοντας από την ανέφελη υπερυψωμένη εξέδρα του έρωτα, διαπιστώνει τη θλιβερότητα της πρότερης άνευρης ζωής του.
Ο χρόνος παρασύρεται απνευστί κι η φιλοξενούμενη αναχωρεί πλήρως αναρρωμένη από την ακάματη περίθαλψη του σταθμάρχη. Δυσχερώς για εκείνον, η έκλαμψη ευτυχίας διαρκεί σπαρακτικά μηδαμινά κι εκκενώνει την καρδιά του προσδεδεμένη στη μυστηριώδη γυναίκα που εξαρχής την κουβάλησε σαν αναπόσπαστο εξάρτημα της αποσκευής της.
Αναπόφευκτα, η γυναίκα αναχωρεί και ξεμακραίνει, σαν ακόμη ένας από τους αρίφνητους συρμούς που προσπέρασαν εν μιά ριπή τον επαρχιακό σταθμό του. Εντούτοις, ο Φαλμεράιερ δεν κατορθώνει να λησμονήσει, μήτε να αφομοιωθεί ξανά από το ληθαργικό «πριν», βουλιάζοντας άπελπις στην αποκαρδιωτική κενότητα της άρδην αποδομημένης του καθημερινότητας, απογυμνωμένος μέχρι στερνής ρανίδας από εχέγγυα, υποφέρει καρτερικά προσμένοντας μια νέα άξαφνη εύνοια της μοίρας.
Είναι όμως και πάλι συνθλιπτικές οι δυνάμεις που θα οδηγήσουν στο σμίξιμο, διεσταλμένο από τη λαχτάρα και τον χρόνο: η οικουμενική έκρηξη του παγκοσμίου πολέμου. Το ευσυνείδητο πρόσχημα της επιστράτευσης του πολέμου διασώζει τον σταθμάρχη από μια οικογένεια που ποτέ ενδόμυχα δεν πόθησε, ενώ σύγκαιρα καθίσταται για εκείνον πρόσφορο όχημα προσέγγισης του εχθρικού εδάφους, όπου εκτείνεται η πατρίδα της αγαπημένης του.
Ετσι εκκινείται το παρθενικό ταξίδι του ήρωα, συνάμα γεωγραφικό και ψυχικό, διατρέχοντας τα άγνωρα εδάφη του έξω κόσμου, μα και τη δυσπρόσιτη ενδοχώρα των πρωτόγνωρων συναισθημάτων. Κι είναι διά μέσου αυτών των συναισθημάτων που ανατιμά τον εαυτό του, μεθοδεύοντας να διακριθεί στον πόλεμο, ώστε να παρελάσει ακάθεκτος προς τον τελεσίδικο αυτοσκοπό του: την εύρεση της γυναίκας και την «εφεύρεση» του έρωτα μέσα της.
Ενας σταθμάρχης που διάγει έναν βίο τόσο ακλόνητο και τοπικό, που εντούτοις ρεμβάζει με κάποια ανομολόγητη πεθυμιά την ταξιδιωτική πάροδο των άλλων, δύναται να ερωτευτεί μόνο το μακρινό, το φευγαλέο, το άφταστο. Οπως ακριβώς «ερωτεύεται» ένα τρένο το ταξίδι, η γυναίκα αυτή συνταυτίζεται για τον σταθμάρχη με τον ξενικό τόπο που πάντα λαχταρούσε. Ετσι, θαρρώ πως το πρωταρχικό ταξίδι του Φαλμεράιερ είναι αυτό του έρωτα, εφόσον ο έρωτας από μόνος του είναι ένα ταξίδι προς τον άλλον, εγκαταλείποντας τροχάδην τα στεγανά του εαυτού σου.
Παρομοίως, ο Φαλμεράιερ διανύει τη χαίνουσα απόσταση έως τη γυναίκα, όχι μονάχα χιλιομετρικά ή γλωσσικά, αλλά με το πανανθρώπινο υπερταχύ όχημα των υπερβάσεων και των θυσιών, διότι μόνον έτσι κατορθώνει να αγγίξει την πατρίδα της ψυχής του άλλου. Ο σταθμάρχης, είτε από την ευνοϊκή σύμπνοια των τυχαίων παραγόντων είτε από την προσωπική του μεθοδική κι άκοπη προσπάθεια, εντοπίζει τη γυναίκα και με φιλόπονη εγκαρτέρηση αναμένει, ώσπου να φανεί το σημάδι κάποιου συναισθηματικού αντικρίσματος. Κι όντως, η σιωπηλή πολιορκία του θα ευοδωθεί, μια νύχτα που οι συνθήκες της προσομοιάζουν εκείνες που αρχικά επώασαν τον έρωτά του, δηλαδή τη βροχή και τη βραδινή σιγή. Εκτοτε, η ευτυχία τους μεσουρανεί κι αντιμάχεται κάθε ιστορικό παράγοντα. Μα ώς πότε; Πόσο κρατάει η ανέφελη ευτυχία;
Ο Γιόζεφ Ροτ συμπαρασύρει τον αναγνώστη στη δίνη των αμοιβαία πια ερωτευμένων ηρώων του, που προσφεύγουν σε μια δική τους απάγκια ετεροτοπία, αγνοώντας επιδεικτικά τον εξωτερικό κόσμο, σχεδόν όπως εκείνος αγνοεί το τιποτένιο μέγεθός τους. Ωστόσο, αυτοί συμβιώνουν σε έναν δικό τους επίπλαστο κόσμο, ισάξιο, ίσως και μεγαλύτερο από τον πραγματικό.
Οι ερωτευμένοι, υπάρχοντας σε τούτη την επινοημένη σύμβαση του κόσμου, που εκτείνεται όχι παραπέρα από τα όριά τους, δεν διανοούνται πως μπορεί η συντριβή να μην είναι μακριά, πως η αιωνιότητα δεν υφίσταται και πως μπορεί όλα να γκρεμιστούν με γδούπο. Ο έρωτας του Φαλμεράιερ θα αντέξει ανάμεσα στη δυσανεξία της χλιαρότητας των συμβιβασμών και στην ανέφικτη επιστροφής στην πρότερη αδιάφορη ζωή του; Ο ερωτευμένος σταθμάρχης τα αποζητά όλα ή τίποτα.
*Σπουδάστρια Αρχιτεκτονικής
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
