Ηταν μόλις στη δεύτερη διοργάνωση του Παγκόσμιου Κυπέλλου που η FIFA υποτάχθηκε σε ένα φασιστικό καθεστώς. Το 1934 ο Μπενίτο Μουσολίνι είδε στο Μουντιάλ την ευκαιρία να διατρανώσει σε διεθνές επίπεδο την ανωτερότητα του καθεστώτος του συνδέοντάς το με το αθλητικό ιδεώδες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επειδή μάλιστα δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, φρόντισε να ορίσει ο ίδιος τους διαιτητές στους αγώνες της Εθνικής Ιταλίας, τους οποίους μάλιστα φρόντιζε να τραπεζώνει ακόμη και μία μέρα πριν από τους αγώνες. Η προκλητική μεροληψία αρκετών διαιτητών υπέρ της Ιταλίας ήταν τόσο εξόφθαλμη ώστε σε ορισμένους αφαιρέθηκε η άδεια άσκησης επαγγέλματος μόλις επέστρεψαν στην πατρίδα τους.
Το 1978 όταν ήρθε η σειρά του δικτάτορα της Αργεντινής, Χόρχε Βιδέλα, να φιλοξενήσει τον ανώτερο θεσμό του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, το στήσιμο των αγώνων ήταν λιγότερο εξόφθαλμο, αλλά πολύ πιο σκοτεινό και (κυριολεκτικά) δολοφονικό. Στον κρίσιμο ημιτελικό με το Περού η Αργεντινή έπρεπε να κερδίσει με διαφορά τεσσάρων γκολ μια χώρα που τότε βρισκόταν στο απόγειο της ποδοσφαιρικής διαδρομής της. Οπως έχει καταγγείλει ο Περουβιανός γερουσιαστής Τζενάρο Λεντέσμα, ο Βιδέλα συμφώνησε ότι θα αναλάμβανε να εξαφανίσει πολιτικούς αντιφρονούντες της δικτατορίας του Περού (πιθανότατα με την προσφιλή πρακτική του να τους πετάει ζωντανούς από αεροπλάνα στον Ατλαντικό Ωκεανό) με αντάλλαγμα να χάσει η Εθνική στον αγώνα.
Προκειμένου μάλιστα να μην υπάρχουν αμφιβολίες ότι το μήνυμα θα έφτανε και στον τελευταίο παίκτη του Περού, ο Βιδέλα τούς επισκέφτηκε στα αποδυτήρια λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα μαζί με έναν εκλεκτό καλεσμένο – τον μάγο της αμερικανικής διπλωματίας Χένρι Κίσινγκερ (ο ίδιος δήλωνε ότι δεν θυμάται το περιστατικό). Το να σε επισκεφτεί ο δικτάτορας της αντίπαλης χώρας λίγο πριν ο διαιτητής σφυρίξει την έναρξη του αγώνα είναι αρκετά πιεστικό. Το να έχει μαζί του και τον σύμβουλο εθνικής ασφαλείας της χώρας που οργάνωνε τα πραξικοπήματα, τα παραστρατιωτικά τάγματα θανάτου και τα βασανιστήρια στο πλαίσιο της Eπιχείρησης Κόνδορας έδινε άλλη έννοια στη φράση «κρίσιμος αγώνας». Τελικά το Περού «κατάφερε» να ηττηθεί με 6-0 από την Αργεντινή.
Το αθλητικό πλυντήριο
Ασχέτως των τεχνικών που χρησιμοποιήθηκαν, οι διοργανώσεις Παγκόσμιων Κυπέλλων από αυταρχικά καθεστώτα ακολουθούσαν πάντα τους βασικούς κανόνες του sports-washing: η διοργανώτρια χώρα προβάλλει το μεγαλείο και τα επιτεύγματά της, ενώ με τη βοήθεια της (πάντα πρόθυμης) FIFA κρύβει κάτω από το χαλί την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Ρωσία το 2018 και το Κατάρ το 2022 ακολούθησαν την ίδια πρακτική με διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας (κυρίως λόγω της στάσης που κράτησαν απέναντί τους τα δυτικά ΜΜΕ).
Ανήκει όμως ο Τραμπ σε αυτή την κατηγορία των αυταρχικών ή εν δυνάμει δικτατορικών ηγετών τύπου Μουσολίνι και Βιδέλα που θα επιδοθεί σε αθλητικό ξέπλυμα; Η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής.
Στο βιβλίο του «Red Card» ο ακαδημαϊκός και συγγραφέας Τζουλς Μπόικοφ παρουσιάζει τον πολιτικό έρωτα του Αμερικανού προέδρου με τoν πρόεδρο της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, σαν μια στροφή προς τον φασισμό. Παρ’ όλα αυτά ο Τραμπ παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα: στη συγκεκριμένη διοργάνωση προβάλλει συστηματικά όλα τα στοιχεία που τον κάνουν αντιπαθή σε διεθνές επίπεδο. Ο αποκλεισμός διαιτητών και παικτών από την Αφρική, οι πολύωρες ανακρίσεις παικτών από τη Μέση Ανατολή και την Ασία, τα συνεχή καψόνια στην εθνική αποστολή του Ιράν και η απαγόρευση εισόδου σε φιλάθλους που είχαν κλείσει εισιτήρια και διαμονή εδώ και μήνες δεν δείχνουν έναν ηγέτη που θέλει να βελτιώσει την εικόνα του μέσω μιας μεγάλης αθλητικής διοργάνωσης. Ακόμη και ο Βιδέλα είχε διακόψει, έστω και προς στιγμήν, τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις αντιφρονούντων, ενώ ο Χίτλερ επέτρεψε την είσοδο μαύρων και Εβραίων αθλητών από το εξωτερικό στους Ολυμπιακούς του 1936 – ήταν μάλιστα η εθνική αποστολή των ΗΠΑ που τελικά απομάκρυνε δύο δικούς της Εβραίους δρομείς για να μη δυσαρεστήσει τη ναζιστική Γερμανία.
Ισως τελικά η σημαντικότερη διαφορά είναι ότι όλα τα προηγούμενα αυταρχικά καθεστώτα που συνεργάστηκαν με τη FIFA βρίσκονταν στο απόγειο της ισχύος τους. Αντίθετα ο Τραμπ είναι γεωπολιτικά ηττημένος (από το Ιράν και όχι μόνο), πολιτικά ημιθανής (με τα χαμηλότερα ποσοστά δημοτικότητας στη σύγχρονη Ιστορία) και οικονομικά ανεπαρκής (με τον πληθωρισμό να καλπάζει και τη φούσκα της Τεχνητής Νοημοσύνης έτοιμη να σκάσει). Το Παγκόσμιο Κύπελλο βρίσκει την αμερικανική αυτοκρατορία σε μια περίοδο παρακμής στην οποία δεν αναζητά καν την έξωθεν καλή μαρτυρία, αλλά πιστεύει ότι μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της σε όλο τον κόσμο με συγκαλυμμένη ή ωμή βία.
