Αντλημένη η φράση του τίτλου από τη νουβέλα «Ο Καπετάν Αϊτός» (πρώτη εκ των εξαιρετικών τριών της συλλογής «Στο χάος…»), του Σωτήρη Πατατζή, σφραγίζει εκεί την εγκυρότητα των λόγων που είχαν νωρίτερα απευθυνθεί, ετεροχρονισμένα, σε έναν νεκρό αντάρτη: «Αχ, τυχεράκια [….] Φεύγεις με χαμόγελο απ’ τη ζωή, δεν θα πέσουν τα μαλλιά σου, δεν θ’ ασπρίσουνε τα γένια σου, δεν θα σου σαπίσουνε τα δόντια, δεν θα γκρεμιστούν ποτέ τα όνειρά σου…».
Στο εν λόγω «γκρέμισμα», θεσμική συνθήκη της ανθρώπινης ζωής, αναφέρεται και η ιστορία από την προφορική παράδοση των σούφι, την οποία επεξεργάστηκε η Λίλη Λαμπρέλλη προκειμένου να συνθέσει το αφήγημα «Αυτός που ξεπουλούσε όνειρα», το οποίο ξεκινά ως εξής: «Μια φορά, σ’ ένα παζάρι της ανατολής, ένας γέρος πουλούσε τα όνειρά του. Σ’ όλη του τη ζωή είχε πολλά. Τίποτα δε βγήκε αληθινό. Τώρα, δεν είχε πια τι να τα κάνει κι είπε να τα δώσει όσο όσο, μήπως και καταφέρει να ’χει ψωμί και λίγα ξύλα για τη φωτιά ώς να κλείσει τα μάτια του. […] “Ονειρααα, εδώ τα καλά όνειρα. […] Ολα πολύτιμα. Ολα φτηνά. Ονειρααα…”.
Κάλλιστα τα προηγηθέντα θα μπορούσαν να συνεχιστούν κάπως έτσι: «[…] στο Μοναστηράκι πουλιούνται παλιά όνειρα τις Κυριακές που τα ψάχνουν οι συλλέκτες, όνειρα αντίκες στο Γιουσουρούμ, σαν παλιωμένοι δίσκοι ή δυσεύρετα βιβλία […] πουλιούνται όνειρα εκτελωνισμένα κι άλλα στη μαύρη αγορά […] όνειρα σκλάβων, λεύτερων, σκλαβόδουλων, […], της ξενιτιάς, του νόστου, […]· στρατευμένα ή όνειρα χωρίς χαρακτήρα, ανώνυμα, άοσμα και παρακατιανά· […] όνειρα επίορκα, άδεια, λενινιστικά· […] όνειρα φαγητών υπέροχων· παλατιών· δουκών· […] όνειρα καθαρόαιμα που τρέχουν σαν τα άλογα στον ιππόδρομο [….] ο άνθρωπος, από τότε που σηκώθηκε […] στα δυο του πόδια, ονειρεύεται συνέχεια. Είναι μια στάση αυτή, η δίποδη, που τον τραβάει ολοένα προς τα πάνω. […] αυτό του δίνει την ενέργεια που χρειάζεται σε κατάσταση ενάργειας για να συνεχίσει πάνω στη γη την κατά τα άλλα επιθανάτια, δίχως τα όνειρα, ύπαρξή του».
Τα παραπάνω προέρχονται από το διήγημα (πρώτο εκ των οκτώ) «Οναρ Ημερόφαντον» (τίτλος που καταδεικνύει εξαρχής, και σε αντίθεση με το γενικό μότο, αναφερόμενο στο γνωστό ταοϊστικό όνειρο του Τσουάνγκ Τσου με την πεταλούδα –παρατιθέμενο εδώ από το ιδιότυπο μυθιστόρημα του Τζακ Λόντον «Ο αλκοολικός»– ότι, όπως δηλώνεται, εξάλλου, ένδον: «Ονειρο ήταν για μας κάθε δυνατή κι αδύνατη ανθρώπινη επιθυμία») της συλλογής «Υπάρχουν Ονειρα – Ο κομήτης του Χάλλεϋ», του Βασίλη Βασιλικού. Σημειωτέον ότι κανένα από τα δύο μέρη του τίτλου της συλλογής δεν είναι δανεισμένο από κάποιο διήγημα· ετούτο θα μπορούσε να στοχεύει στην παρότρυνση του αναγνωστικού κοινού να ερμηνεύσει αυτήν τη συνύπαρξη ως τη συμπύκνωση της ήδη περιγραφείσας εδώ συνθήκης για την αναπόφευκτη (καλώς ή κακώς) παρουσία των ονείρων στις ανθρώπινες ζωές, μέχρι τη «συντέλεια του κόσμου»: ό,τι, δηλαδή, φημολογείτο ότι θα συνέβαινε εξαιτίας του υδροκυάνιου στην ουρά του κομήτη, τότε, στις 28/5/1910 (ας θυμηθούμε και την βασισμένη στο διήγημα του Πέτρου Χάρη τηλεοπτική σειρά «Η Τελευταία Νύχτα της Γης», Απρίλιος – Ιούλιος 1980).
Επιπλέον, το έτος 1986, όταν ο Βασίλης Βασιλικός «έβγαλε στο σφυρί» (κατά τη διατύπωσή του στο «Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα» / Κέδρος, οριστική έκδοση 2021) το ανά χείρας βιβλίο για την πρώτη του έκδοση, σημειώθηκε η επόμενη μετά το 1910 επίσκεψη του κομήτη (9/2) στο περιήλιο (αυτές οι «επισκέψεις» του καταγράφονταν ήδη από την αρχαιότητα), εξ ου και η συζήτηση στο «θεατρικό» διήγημα «Τράνζιτο», αλλά και η σχετική αναφορά του «Η μεταμόσχευση», όπου, στο «σήμερα, το 1986», εν αναμονή του δεύτερου περάσματος, ο αυτοχαρακτηριζόμενος ως «υμνητής», ως «υπαρξιστής των ονείρων», συγγραφέας ενός βιβλίου που έκανε επιτυχία ως ταινία…, ολοκληρώνει την τρίτη του συγγραφική προσπάθεια, χάρη και στην «ποιότητα του χαρτιού, όπου το μολύβι δεν σκαλώνει, επειδή είναι λείο, γυαλιστερό, ακριβό βέβαια» (κρίμα που κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και στην ανά χείρας έκδοση).
Αν και η δεκαετία του 1980 αποτελεί τον άξονα της σύνολης αφήγησης, η αφετηρία των πολυπληθών ιστορικών γεγονότων που εκτίθενται βρίσκεται στην ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους, ενώ η πλατιά περιγραφή της πολύκροτης Υπόθεσης Δον Πατσίφικο (1849) στο τέταρτο διήγημα, αφήνει πολλά ίχνη, διάσπαρτα σε όλη τη συλλογή. Δεδομένων των ποικίλων ιστορικών αναφορών, που περνούν από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, το Κυπριακό και τη Χούντα για να φτάσουν στις βουλευτικές εκλογές του 1981 και του 1985, προκύπτει, τελικά, ως εκκρεμότητα ο συσχετισμός του διμερούς τίτλου με το αφηγηματικό του συγκείμενο: θα μπορούσε, πάντως, να θεωρηθεί ως μια ειρωνική αντιπαράθεση των πραγματοποιημένων με τα απραγματοποίητα / μη πραγματοποιήσιμα· στα πρώτα, πλην των ιστορικοκοινωνικών συμβάντων, εντάσσεται και ο ιδιωτικός χώρος, τόσο του έρωτα όσο και της μοναχικής συγγραφής, αλλά ετούτα τα (αυτο)βιογραφικά στοιχεία, ως μη ευκόλως επιτεύξιμα στην καθημερινή ζωή, ανήκουν εξίσου και στα δεύτερα· δηλαδή, εντάσσονται και στα Ονειρα, η διεξοδική ονοματολόγηση των οποίων απλώνεται παντού και όχι μόνον εντός των ορίων του πρώτου διηγήματος.
Ισως, τελικά, να είναι (αλλά, πάλι, ίσως και να μην είναι) μια παρηγοριά τα λόγια του Τζέιμς Τζόις από τον «Οδυσσέα» (στη μετάφραση του Σωκράτη Καψάσκη, σ. 746): «Ως φιλόσοφος γνώριζε ότι κατά τον τερματισμόν παντός ατομικού βίου μόνον ένα απειροελάχιστον τμήμα των επιθυμιών εκάστου προσώπου είχε πραγματοποιηθεί».
