Να ζεις σε αυτό το μεταίχμιο λίγο πριν η χώρα σου βυθιστεί στο σκοτάδι νιώθοντας στο πετσί σου την απειλή. Να είσαι ομοφυλόφιλος και αριστερός και καθώς ο Χίτλερ αναρριχάται στην εξουσία, να νιώθεις ότι παραλύεις από τον φόβο.
Ν’ αγοράζεις ένα πιστόλι για να αυτοκτονήσεις, επειδή δεν αντέχεις. Αλλά ούτε να σκοτωθείς αντέχεις… Να χώνεσαι στη θαλπωρή ενός κινηματογράφου. Και ξάφνου μπροστά σου να έρχεται και να κάθεται, με όλη την κουστωδία του, αυτός. Ο Χίτλερ. Και εσύ να έχεις το πιστόλι στην τσέπη. Και ν’ αναμετριέσαι με τη σκέψη να τον πυροβολήσεις. Αλλά να σε καταβάλλει ο φόβος για τη ζωή σου…
Είναι μία από τις 26 σκηνές του έργου «Ενα σπίτι φωτεινό σαν μέρα» του Τόνι Κούσνερ, που ανεβαίνει για πρώτη φορά στη χώρα μας σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Γιάννη Μόσχου. Εργο (πρωτοπαιγμένο το 1985 και αναθεωρημένο το 2018) που συμπυκνώνει τα ερωτήματα για τη θέση του ανθρώπου απέναντι στην Ιστορία: εμείς διαμορφώνουμε την εποχή στην οποία ζούμε ή αυτή διαμορφώνει τις εφήμερες ζωές μας;
Η Ιστορία γράφεται ερήμην μας ή από τα δικά μας χέρια; Και παρ’ όλα αυτά ένα έργο που καταφέρνει να σταθεί με τρυφερότητα στην αδυναμία κάποιων από τα εννέα πρόσωπα του έργου, για τους ώμους των οποίων το κοστούμι του ηρωισμού πέφτει μεγάλο…
Εβραίος, ομοφυλόφιλος, μαρξιστής και Αμερικανός ο Κούσνερ, ορκισμένος εχθρός του ναζισμού, του ριγκανισμού και του τραμπισμού, στο έργο ξετυλίγει την ιστορία μιας παρέας αριστερών καλλιτεχνών μέσα στους 18 μήνες που άλλαξαν τον κόσμο, από την Πρωτοχρονιά του 1932 που η παρέα γιορτάζει στο σπίτι της ηθοποιού Αγκνες στο Βερολίνο μέχρι την εκλογή του Χίτλερ.
Παρακολουθεί τις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις που σχολιάζουν κριτικά τα πρόσωπα του έργου, όπως η στάση της Αριστεράς απέναντι στους σοσιαλδημοκράτες, εξελίξεις που μετατοπίζουν τις ισορροπίες στις σχέσεις, φέρνοντάς τους ήρωες αντιμέτωπους μεταξύ τους, με τον εαυτό τους και τους φόβους τους… Και εκείνοι, άλλοτε γενναίοι και μαχητικοί, άλλοτε φοβισμένοι και αδύναμοι, ζουν μέσα στην πιο ακραία συγκυρία, αγνοώντας ότι σε λίγο, μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες που οδήγησαν τον Χίτλερ στην εξουσία, η παγκόσμια κοινότητα θα θρηνήσει εκατομμύρια νεκρούς και θα ζήσει την απόλυτη κτηνωδία.
«Αν αναλογιστούμε ότι η άνοδος του ναζισμού έγινε σε μια εποχή μεγάλης οικονομικής κρίσης, με αυξανόμενα φαινόμενα βίας και ρατσισμού και ανατράφηκε από την απαθή στάση των πολιτών της χώρας, τότε αναπόφευκτα κάνει κανείς ανατριχιαστικούς παραλληλισμούς με το δικό μας σήμερα» σημειώνει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος γι’ αυτό το πολιτικό έργο-προειδοποίηση που «μας βάζει απέναντι σε έναν καθρέφτη να κοιτάξουμε στο παρελθόν το δικό μας μέλλον».
Η Μαρία Τσιμά, ηθοποιός και συγγραφέας, πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια στο ΚΘΒΕ, με την οποία μιλάμε για την ατομική ευθύνη απέναντι στην Ιστορία, υποδύεται την Αναμπέλα Γκότσλιγκ, μια γραφίστρια, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, που ζει και δημιουργεί μέσα στην άνοδο του ναζισμού σχεδιάζοντας αφίσες μέχρι την οριστική διάλυση της καλλιτεχνικής παρέας.
«Ακόμα κι όταν το Κ.Κ. Γερμανίας τίθεται εκτός νόμου, η Αναμπέλα συνεχίζει την παράνομη δραστηριότητά της και βρίσκει καταφύγιο σε όσους έχουν ανάγκη. Είναι μια ‘‘ανοιχτή’’ γυναίκα που προστατεύει την παρέα της και τη φροντίζει με κίνδυνο της ζωής της. Η ζωή της δεν είναι μόνο το κόμμα. Κατανοεί, μέσα από το σαρκαστικό χιούμορ της, και τους μικροαστούς και τους ιδεολογικούς αντιπάλους της και αγαπάει τους φίλους της, που είναι εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες και ιδιοσυγκρασίες. Είναι μια γυναίκα της εργατικής τάξης που πιστεύει στα οράματα της Αριστεράς, παίρνει θέση, εναντιώνεται στον ναζισμό και παίρνει μεγάλα ρίσκα», μας λέει για τον ρόλο της.
● Η Αναμπέλα είναι ίσως η μόνη από την παρέα που αντιστέκεται. Ποια είναι η θέση του ατόμου απέναντι στην Ιστορία; Πόσο δύσκολο είναι τελικά να παίρνεις θέση; Είμαστε «ανίκανοι να σηκώσουμε το φορτίο των καιρών»;
Είναι σημαντικό ότι ο Κούσνερ κατανοεί την ανθρώπινη ύπαρξη και μπορεί να φωτίσει όλες τις όψεις απέναντι στον φόβο. Κάποιοι στέκονται με δύναμη και τον αψηφούν, κάποιοι παραλύουν, κάποιοι δυναμώνουν σταδιακά, κάποιοι γονατίζουν. Οπως σχολιάζει ο συγγραφέας: «Οι εποχές ζητούν ήρωες και βρίσκουν φοβισμένους ανθρώπους». Η ατομική ευθύνη απέναντι στα γεγονότα της εποχής μας είναι μεγάλη και η σύνδεσή μας με τους άλλους και τα διαρκή αιτήματά μας για μια πιο δίκαιη κοινωνία είναι ο μόνος δρόμος. Η ελπίδα μας είναι συνυφασμένη με την ανάληψη της ευθύνης απέναντι σε εμάς και στην Ιστορία. Ο τρόπος που ζούμε, οι σχέσεις μας, η εργασία μας, η παιδεία μας εξαρτώνται από την οικονομικο-πολιτική συνθήκη αλλά και τη δική μας δράση, ανοχή, σιωπή ή καθήλωση.
● Αναπόφευκτα αναλογίζεσαι βλέποντας την ανάδυση της Ακροδεξιάς ότι η Ευρώπη και η ανθρωπότητα ίσως δεν έχουν κατανοήσει τα διδάγματα της Ιστορίας.
Η άνοδος της Ακροδεξιάς και του φασισμού συνδέονται άμεσα με την καπιταλιστική κρίση, τη φτωχοποίηση, την εξαθλίωση των λαών και την ελαχιστοποίηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ο φασισμός εμφανίζεται εκεί που η παιδεία απουσιάζει. Εκεί που τελειώνει ο ανθρωπισμός. Εκεί που οι «πολιτισμένοι» δυτικοί επαναπροωθούν τους πρόσφυγες και φτιάχνουν φράχτες για να περιφρουρούν την «ασφάλειά» μας. Εκεί που ο δημόσιος πλούτος δίνεται στους ιδιώτες: νοσοκομεία, σχολεία, ρεύμα, νερό, αεροδρόμια, τρένα, παραλίες, πάρκα, αρχαία. Εκεί που ένας εξαθλιωμένος μισθός θα καλύπτει μόνο το ενοίκιο. Εκεί που φεύγουμε από το κέντρο της πόλης για να ζήσουμε όσο πιο μακριά γίνεται, γιατί δεν θα μπορούμε να ανταποκριθούμε στη νέα συνθήκη της μετατροπής του κέντρου σε ένα τεράστιο airbnb.
Ετοιμάζονται νέες μορφές αποικιοκρατίας. Σήμερα, που ενισχύονται πανευρωπαϊκά η Ακροδεξιά και οι φιλοναζιστές, στέκομαι πάντα στη σκέψη του Θανάση Τριαρίδη ο οποίος έγραψε: «Ή θα δολοφονήσω τα παιδιά σου εντός πέντε ωρών στους θαλάμους αερίων ή θα σε εξαναγκάσω να σπρώξεις τα παιδιά σου προς τον Μένγκελε, για να ράψει τα συκώτια τους και να τα κάνει σιαμαία ώστε να δει πόσο θα επιζήσει το ενιαίο πλάσμα». Επομένως δεν μπορεί να υπάρχει κανένας δρόμος συνύπαρξης με Κασιδιάρηδες και δολοφόνους. Στόχος της παιδείας και της τέχνης είναι να μη βυθιστούν όλα στη λήθη και οι άνθρωποι να βρισκόμαστε διαρκώς αντιμέτωποι με τα μεγάλα ζητήματα της ύπαρξής μας και της αναζήτησης των αιτιών για τα τερατώδη λάθη των πολιτικών ηγεσιών αλλά και των κοινωνιών που τα επέτρεψαν. Πάντα καιροφυλακτεί η καταστροφή, αλλά και η αλλαγή.
Στην σύγχρονη ελληνική ιστορία γνωρίζουμε πόσοι άνθρωποι σιώπησαν και συνεργάστηκαν με το πιο σκοτεινό κομμάτι της Ιστορίας και ποιοι είχαν τη δύναμη να αντισταθούν χωρίς να σκεφτούν τον εαυτό τους και να ανοίξουν δρόμους υπέροχης ανυπακοής. Και σήμερα μετά από συνεχείς ήττες σε πολλά επίπεδα οι άνθρωποι δημιουργούν συλλογικότητες, διεκδικούν, αφυπνίζονται, προσπαθούν να εκφραστούν με κάθε τρόπο, αλλά είναι και εξουθενωμένοι. Σχεδόν 15 χρόνια μετά τα μνημόνια δουλεύουν ασταμάτητα μόνο για την επιβίωση…
● Ισως ο χώρος σας να είναι αυτός που έδωσε μια ανάσα αντίστασης στο ζοφερό τοπίο που περιγράφετε;
Είμαι δασκάλα υποκριτικής σε δραματικές σχολές και γνωρίζω καλά τι σημαίνει οι σπουδαστές να έρχονται εξουθενωμένοι από δουλειές στην εστίαση για να παρακολουθήσουν τα μαθήματα και να κάνουν πρόβες άυπνοι και διαρκώς κουρασμένοι. Κι όλα αυτά για να μπουν σε έναν καλλιτεχνικό χώρο που δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει ακόμα ούτε αξιοπρεπείς απολαβές, ούτε συμβάσεις, ούτε προστασία. Η στάση της πολιτείας απέναντι στον πολιτισμό είναι γνωστή και το πρόσφατο Π.Δ., που μας επιστρέφει στο Λύκειο για δεύτερη φορά, είναι ενδεικτικό. Οι νέοι άνθρωποι αντιστάθηκαν σθεναρά και ακολούθησε και η μεγάλη πλειοψηφία του καλλιτεχνικού κόσμου, αλλά τα γεγονότα των Τεμπών και οι επικείμενες εκλογές δημιούργησαν μια νέα συνθήκη. Πιστεύω ότι όλα τα αιτήματα του χώρου θα έρχονται στην επιφάνεια ξανά όσο δεν δίνεται λύση, παραμένουν αδιαβάθμητες οι σπουδές και δεν υπάρχει στοιχειώδης αξιοκρατία. Νομίζω ότι στη συνείδηση κυρίως των νέων έχει κλονιστεί η όποια εμπιστοσύνη στο κράτος.
● Πέρα από δασκάλα, είστε και συγγραφέας. Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το τρίτο βιβλίο σας, «Οι γυναίκες του Αντον» από τις εκδόσεις Στερέωμα, μετά «Το Λιθόστρατο» και το «Ισια Δικαιώματα». Πώς θα το περιγράφατε;
Ως δασκάλα γυρίζω στη λογοτεχνία που σπούδασα και αγαπώ. Διδάσκω τους σπουδαστές λογοτεχνία στη σκηνή: πώς μπορούν να διασκευάσουν ένα κείμενο που αγαπούν, να αφηγηθούν την ιστορία και ταυτόχρονα να είναι και δρώντα πρόσωπα χρησιμοποιώντας και δικά τους κείμενα και μουσικές. Αυτά με αφορμή την «Πρώτη αγάπη» του Γιάννη Κονδυλάκη, την «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, τους «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση, την «Μπουμπουλίνας 18» της Κίττυς Αρσένη, τη «Βάρδια» του Νίκου Καββαδία. Η σχέση μου με τα κείμενα και τη νέα γενιά είναι αυτή που με τροφοδοτεί συνεχώς και δίνει μεγάλο νόημα στη δουλειά μου στο θέατρο. Το τρίτο μου βιβλίο, «Οι γυναίκες του Αντον», που παρουσιάστηκε στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, είναι μια μεταγραφή των ηρωίδων του Τσέχοφ οι οποίες μιλούν για το τέλος του έρωτα και την αναζήτηση της αγάπης που δέχεται τις δονήσεις των μεγάλων αλλαγών και καταρρέει. Οι γυναίκες αυτές δεν μαθαίνουν γιατί έζησαν. Γιατί υπέφεραν. Κι όμως παρά τρίχα να τους συμβεί. Γιατί έτσι γίνεται στους αιώνες των αιώνων. Μια τρίχα μάς χωρίζει απ’ ό,τι δεν γίναμε.
«Ενα σπίτι φωτεινό σαν μέρα» του Τόνι Κούσνερ.
Κτίριο Τσίλερ, σκηνή «Νίκος Κούρκουλος».
Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Μόσχος. Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη.
Σκηνικά: Τίνα Τζόκα.
Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα.
Μουσική, ήχοι: Θοδωρής Οικονόμου.
Κίνηση: Ανθή Θεοφυλλίδη.
Bίντεο: Αποστόλης Κουτσιανικούλης.
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος.
Διδασκαλία κλακετών: Θάνος Δασκαλόπουλος.
Ιστορικός σύμβουλος: Βασίλης Μπογιατζής.
Δραματολόγος παράστασης: Ερι Κύργια.
Παίζουν: Ανατολή Αθανασιάδου, Αγορίτσα Οικονόμου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Θανάσης Ραφτόπουλος, Σοφία Σεϊρλή, Υψιπύλη Σοφιά, Μαρία Τσιμά, Γιλμάζ Χουσμέν.
Εισιτήρια: 10-20€.
Προπώληση: ticketservices.gr και στο 210-7234567
