Θα έχουμε τηλεοπτική αναμέτρηση μεταξύ όλων των πολιτικών αρχηγών και μεταξύ των ηγετών των κομμάτων εξουσίας; Οι επικεφαλής των μικρότερων κομμάτων το θέλουν και το ζητούν. Σχετικά με τη συζήτηση ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα τα πράγματα δεν είναι και τόσο καθαρά. Ο Αλ. Τσίπρας προκαλεί τον αντίπαλό του εδώ και καιρό και του προτείνει να διαλέξει εκείνος το γήπεδο. Δέχεται ακόμη και τον ΣΚΑΪ, παρά το γεγονός ότι θεωρεί πως θα παίξει εκτός έδρας και με προβληματικό διαιτητή, όπως έχει αναφέρει. Μέχρι τώρα ο κ. Μητσοτάκης επέμενε πως δεν χρειάζεται μια τέτοια συνάντηση αφού «τα λέμε στη Βουλή».
Το τελευταίο διάστημα, όμως, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο, προφανώς για να μην εδραιωθεί η εντύπωση ότι ο πρωθυπουργός φοβάται τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ ο κ. Μητσοτάκης μιλώντας στον Γιώργο Αυτιά στον ΣΚΑΪ δήλωσε ότι δεν έχει πρόβλημα αρκεί το αντικείμενο της συζήτησης να είναι η οικονομία και να υπάρχει ένας ανεξάρτητος παρατηρητής ο οποίος θα κρίνει την εγκυρότητα των απαντήσεων των δύο μονομάχων, δηλαδή θα επιβεβαιώνει ή θα διαψεύδει τα στοιχεία που θα παρουσιάζουν. Πρωτότυπο όντως.
Τι σημαίνει ανεξάρτητος παρατηρητής; Κάποιος (α) που βρίσκεται σε κομβική θέση και δεν έχει εμπλακεί στην κομματική αντιπαράθεση; Κάποιος (β) που έχει την καλή έξωθεν μαρτυρία και μπορεί να πείσει ότι δεν λειτούργησε σε καμία φάση της διαδρομής του ως ιμάντας μεταβίβασης κυβερνητικής ή κομματικής γραμμής; Για να μην κοροϊδευόμαστε. Δεν είναι εύκολο να συμφωνήσουν οι δύο πολιτικοί αρχηγοί στο πρόσωπο που θα παίξει τον ρόλο του κριτή.
Στην Ελλάδα ζούμε και ξέρουμε ότι ανεξάρτητοι παρατηρητές με το περιεχόμενο που έχει ο όρος δεν υπάρχουν. Ολοι έχουν παρελθόν. Ουδείς είναι υπεράνω υποψίας. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν αυτός που θα κληθεί να λειτουργήσει ως κριτής (εφόσον τα κομματικά επιτελεία καταλήξουν σε συμφωνία για το πρόσωπο) μπορεί να αποδείξει ότι η υποκειμενικότητά του είναι ανιδιοτελής. Δύσκολα πράγματα.
Δημιουργείται όμως και ένα άλλο πρόβλημα. Ουσίας κι αυτό. Γιατί ο κ. Μητσοτάκης θέλει η συζήτηση να επικεντρωθεί στην οικονομία; Οι δικοί του λένε, επικαλούμενοι τις δημοσκοπήσεις, ότι αυτό είναι το κεντρικό θέμα που απασχολεί τους πολίτες και στο πεδίο αυτό θέλουν να γίνει η σύγκριση μεταξύ των δύο κομμάτων. Το έχει πει κι ο πρωθυπουργός: «Δεν θέλω τη σύγκρουση, θέλω τη σύγκριση». Νομίζει ότι υπερέχει. Αναρωτιέται κανείς γιατί δεν επιθυμεί ο πρωθυπουργός μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης; Εχει λόγους να ανησυχεί; Εχει λόγους να φοβάται; Γιατί πρέπει να μείνουν έξω από τη διαδικασία ελέγχου (υπεράσπισης ή καταγγελίας) ένα σωρό ζητήματα που ταλαιπώρησαν τον ελληνικό λαό και δίχασαν τους πολίτες;
Για τη Συμφωνία των Πρεσπών έχει να πει κάτι ο κ. Μητσοτάκης; Για τη διαφθορά που ακουμπάει την κυβέρνηση και το κόμμα του; Για τη λίστα Πέτσα και τη διαπλοκή; Για την ελευθερία του Τύπου; Για τους μαζικούς διορισμούς «γαλάζιων» παιδιών; Για τις παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη; Για την τραγωδία των Τεμπών; Το σκάνδαλο των υποκλοπών που μας εξέθεσε διεθνώς είναι ήσσονος σημασίας ζήτημα; Το παρακρατικό σύστημα που στήθηκε στο μέγαρο Μαξίμου είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια; Η υπόθεση της Novartis έχει κλείσει; Ωστόσο κι αυτός μπορεί να στριμώξει τον Αλ. Τσίπρα. Η κυβερνητική προπαγάνδα έχει γράψει πολλά χιλιόμετρα: οι σκευωρίες του ΣΥΡΙΖΑ, ο ακροαριστερός λαϊκισμός του, η στάση του στο προσφυγικό-μεταναστευτικό, ο Πολάκης, τα Ειδικά Δικαστήρια, η κάλυψη στους μπαχαλάκηδες, τα λεφτά από τον Μαδούρο. Με αυτά δεν πυροβολεί τον πολιτικό αντίπαλό του; Εκτός αν δεν είναι και πολύ σίγουρος για τη σοβαρότητα της κριτικής του. Μήπως ο κ. Μητσοτάκης κατασκευάζει δικαιολογίες για να μη γίνει η συζήτηση; Θα φανεί.
Ανάγωγα
Οταν δεξιοί συνεργάζονται με άλλα κόμματα, ενοχλείται η Νέα Δημοκρατία και το καταγγέλλει. Οταν αυτή φιλοξενεί στις λίστες στελέχη που προέρχονται από άλλα κόμματα και κατηγορούμενους για βαριά αδικήματα, δεν τρέχει τίποτα.
