Οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν βιώσει ένα τραυματικό γεγονός μπορεί να έχουν μελλοντικά -και σε ανύποπτο χρόνο- αντιδράσεις όπως το σοκ, ο θυμός, ο φόβος, οι εφιάλτες και οι ενοχές. Το σύνδρομο καλείται «μετατραυματικό stress».
Πρόκειται για αντίδραση που κάλλιστα εισβάλλει και μετα-χρονολογείται ακόμη και στο συλλογικό ασυνείδητο.
Η διακυβέρνηση 2015-2019 είναι σίγουρο ότι γέννησε συλλογικά τραύματα (δημοψήφισμα, μνημόνιο, capital controls, υπερφορολόγηση κ.ά.). Ούτε το 2015 ούτε το 2019 «τιμωρήθηκε» η τότε διακυβέρνηση αυστηρά. Το τραύμα ήταν νωπό και η προοπτική της ματαίωσης είχε απειλήσει τη συναισθηματική ισορροπία της κοινωνίας.
Σήμερα, μετά την πανδημία, την υψηλή μεταδοτικότητα του φόβου και την «τεράστια συσσώρευση διαταγών» (Canetti), η μεθοδική και στοχευμένη ανάκληση αυτού του συλλογικού τραύματος, από την τωρινή εξουσία, είχε ένα σχεδόν σίγουρο αποτέλεσμα: αυτό ακριβώς το μετατραυματικό σύνδρομο που ανέφερα στη αρχή.
Ετσι, 600.000 άνθρωποι για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία τιμώρησαν την αντιπολίτευση και όχι την κυβέρνηση, κυρίως επειδή «θυμήθηκαν» τα τότε τραύματα και τρόμαξαν με τα προεκλογικά ακούσματα μιας πιθανής χαοτικής αταξίας.
Είναι δεδομένο ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας συντηρητικοποιήθηκε -όπως σε όλες τις νοτιοευρωπαϊκές χώρες- και πλέον επιλέγει να εξουσιάζεται από το ακριβές πρωτότυπο (δηλαδή την αποτελεσματική νεοφιλελεύθερη βιοπολιτική).
Τα αριστερά κόμματα «φοβίζουν» τα υποκείμενα μιλώντας γι’ αυτή τη βιοπολιτική. Δεν κατανοούν ότι αφαιρεί όχι μόνο βαθμούς ελευθερίας από το υποκείμενο, αλλά και βαθμούς ευθύνης. Και είναι αρχέγονος ο φόβος του ανθρώπου μπροστά στην ελευθερία (Fromm).
Το να υποδεικνύεις λοιπόν το φάσμα της φτωχοποίησης σε υποκείμενα που εμμονικά την απωθούν (με κατανάλωση σε δόσεις, με τις ρυθμίσεις οφειλών, με τον ψυχαναγκαστικό συμβιβασμό της μερικής επισφαλούς απλήρωτης εργασίας) είναι σχεδόν ατελέσφορο.
Ο φράχτης στον Εβρο και τα πολεμικά αεροσκάφη στις παρελάσεις, ερχόμενα ως σύμβολα μέχρι και στην οθόνη του smartphone, δεν είναι παρά πετυχημένη βιοπολιτική. Και ο μέσος πολίτης (οικονομικά, πολιτισμικά) θέλει να «υποταχθεί» στη βιοεξουσία, για όσο αυτή παράγει ασφάλεια και συμβολικό δίχτυ προστασίας.
Επίσης, το σημαίνον «ανάπτυξη» από μόνιμη αόριστη υποσχετική γίνεται σύμβολο μαζικής επιδίωξης και συγκροτεί το φαντασιακό.
Το σύγχρονο precariato (επισφαλείς εργαζόμενοι) περιμένει το μέρισμα από αυτή τη συλλογική φαντασιακή ισορροπία, αγνοεί το απίθανο της καθολικής διάχυσης πλούτου και έτσι βολεύεται να περιμένει. Με αυτό το βολικό απαθές status επιλέγει να μη ριζοσπαστικοποιηθεί, να μη ρισκάρει.
Η δεξιά πολιτική, που παραδοσιακά και ιστορικά ποντάρει στον αδρανή πολίτη και όχι στον ενεργό, παρέχει πλαίσιο ασφάλειας και προκαλεί στο υποκείμενο μια μορφή συνθηκολόγησης στην παραμορφωμένη πραγματικότητα.
Το δε νεοφιλελεύθερο μοντέλο της ευελιξίας γίνεται αντίβαρο -αλλά και «κανονικότητα» ταυτόχρονα- στο νεφελώδες και θεωρητικό πλαίσιο μιας μη ορατής από το βλέμμα και τον νου εναλλακτικής πολιτικής.
Με τη συντηρητικοποίηση (που περιλαμβάνει θεσμική αγνωσία και αδιαφορία για δημοκρατικά ιδεώδη, π.χ. υποκλοπές) δεν σημαίνει ακριβώς ότι κερδίζει το «καπιταλιστικό ιδεώδες». Απλά το σύστημα καταφέρνει και εμπλέκει περισσότερο στις δομές του το υποκείμενο, δείχνοντας σε αυτό το σιδερένιο χέρι του κράτους (για να ξεχνά το αόρατο χέρι της αγοράς).
Η όποια εκδοχή της Αριστεράς τελικά δεν μπορεί να έχει μαζικότητα και κοινωνική πλειοψηφία αφού ο καπιταλισμός της επισφάλειας περιορίζει ολοένα και περισσότερο το συλλογικό και «κρύβει» καλά την ατομική ευθύνη. Τα άτομα (ως μάζα πλέον) καταλήγουν να προτιμούν αυτήν την «κανονικότητα». Δηλαδή να μετέχουν στην ασυνείδητη απόσπαση υπεραξίας, από το κεφάλαιο και την εξουσία, παρά να υποφέρουν από την αγχώδη αναζήτηση για αληθινή δημιουργία και ευχαρίστηση.
