Επιβεβαίωσε τη φημολογία ότι θα ομολογούσε το έγκλημα ο δεύτερος κατηγορούμενος στη δίκη για τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού, όμως η εισαγγελέας της έδρας έδειξε να μην πείθεται.
Ξεκινώντας την απολογία του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης, το πρωί της Πέμπτης, ο 21χρονος, παραδέχτηκε ότι εκείνος έπληξε με μαχαίρι τη μηριαία αρτηρία του θύματος και παρείχε πλήρη κάλυψη στους 11 συγκατηγορουμένους του ως προς τη συμμετοχή τους στη φονική οπαδική επίθεση. Η εισαγγελέας ωστόσο, απευθύνοντάς του ερωτήσεις, τόνισε πως η σημερινή ομολογία του έρχεται σε αντίθεση με όσα είχε υποστηρίξει προανακριτικά, αλλά και με στοιχεία της δικογραφίας.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος – ο τελευταίος που σύμφωνα με τα βίντεο της δικογραφίας αποχώρησε από το σημείο του φονικού και ο μόνος που κλήθηκε στο στάδιο της ανάκρισης να δώσει συμπληρωματική απολογία στην ανακρίτρια Θεσσαλονίκης – ήταν ο πρώτος που παραδέχθηκε ότι ήρθε σε σωματική επαφή με τον νεαρό φοιτητή.
«Αντιμετωπίζοντας όλο αυτό το βάρος μέσα στις φυλακές, θέλω και πρέπει να ζητήσω μια τεράστια συγγνώμη από την οικογένεια του Άλκη. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω δυστυχώς, μακάρι να ήμουν εγώ στη θέση του Άλκη. Εγώ είμαι αυτός που τον χτύπησε στο πόδι. Ήταν μία φευγαλέα σκιά που δεν θυμάμαι καλά […] Είμαι σίγουρος, πεπεισμένος ότι έγινε από μένα», είπε, ξεκινώντας την απολογία του.
Αποφάσισε, όπως ανέφερε, να προχωρήσει στην παραδοχή αυτή, παρακολουθώντας όλο το προηγούμενο διάστημα τις καταθέσεις των ιατροδικαστών, ενώ τη χαρακτήρισε και υποχρέωσή του προς τους γονείς του Άλκη, διότι «θέλω να γνωρίζουν την αλήθεια», όπως είπε. Πρόσθεσε μάλιστα, πως όταν έμαθε ότι «έφυγε» ο Άλκης σοκαρίστηκε.
Αναφερόμενος στην απόφαση να μεταβούν στη Χαριλάου, είπε ότι «το αποφασίσαμε όλοι μαζί». Σκοπός ήταν «να βρούμε οπαδούς του Άρη». «Θέλαμε να “τραμπουκίσουμε”, να βρίσουμε, να χτυπήσουμε, σε καμία περίπτωση όμως δεν επιδιώξαμε αυτό που συνέβη», σημείωσε, αυτοπροσδιοριζόμενος ως οπαδός του ΠΑΟΚ. Ο ίδιος, σύμφωνα με όσα είπε, πήρε από τον σύνδεσμο οπαδών της Παλαιών Πατρών Γερμανού (σημείο εκκίνησης των 12 κατηγορουμένων) ένα κουζινομάχαιρο με ξύλινη λαβή και μήκος λάμας 10-12 εκατ., το οποίο δε διέθετε «δοντάκια», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.
Στη συνέχεια,περιέγραψε όσα έγιναν στο σημείο του φονικού, όπου, σύμφωνα με όσα ανέφερε, κατέληξαν όταν τους ειδοποίησε κάποιο άτομο «που στείλαμε» (μη κατηγορούμενος), το οποίο όμως δε θέλησε να κατονομάσει. «Φτάνοντας στο σημείο, κατεβαίνω πρώτος από το αυτοκίνητο, πίσω μας ήταν το δεύτερο όχημα, το τρίτο δεν το είδα ότι έστριψε αριστερά. Ξέρω σίγουρα ότι ήταν μαζί μου ο τέταρτος κατηγορούμενος. Τους ρωτήσαμε: “τι ομάδα είστε;”, απάντησαν “Άρης ρε…”. Ανέβηκα τα σκαλάκια (της οικοδομής), γύρισα μια στιγμή πίσω μου, δεν είδα κανέναν άλλον. Πριν προλάβω να ρωτήσω, δέχθηκα ένα χτύπημα με κράνος».
Το χτύπημα στον Άλκη
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, όλα έγιναν στην αρχή του επεισοδίου. Μετά το χτύπημα με το κράνος που δέχθηκε, χτύπησε «δύο με τρεις φορές στο πόδι, με το μαχαίρι, τον φίλο του Άλκη, που πήγε να ξεφύγει». «Εκείνη την ώρα δέχθηκα χτύπημα με ξύλο, από κάποιο άτομο που ήταν πάνω στα σκαλιά», πρόσθεσε.
Για το χτύπημα στον Άλκη, ανέφερε ότι το κατάφερε την ώρα που ο 19χρονος πήγε κι αυτός να ξεφύγει. «Δεν σημάδευα κάπου. Εκεί που πήγε να πηδήξει το τοιχάκι, δέχθηκε το χτύπημα. Πρόλαβα και είδα τα αίματα. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί, ότι ήταν τόσο σοβαρή η κατάσταση», σημείωσε.
Οι αντιφάσεις
Αναιρώντας όσα είχε πει ανακριτικά στις δύο απολογίες του και απαντώντας πολλές φορές, με τη φράση «δεν ξέρω», έβγαλε από το «κάδρο» τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Μάλιστα, όταν η πρόεδρος του δικαστηρίου, απευθυνόμενη προς τον κατηγορούμενο παρατήρησε ότι «περιγράφετε λες και ήσασταν μόνο εσείς» εκεί, εκείνος της απάντησε: «Δεν είδα τι έκαναν οι άλλοι. Άκουγα βαβούρα, φασαρία, δε θυμάμαι ακριβώς. Εκείνη τη στιγμή επικρατούσε χάος, πανικός».
Παίρνοντας τη «σκυτάλη», η εισαγγελέας της έδρας έδειξε να αμφισβητεί όσα ανέφερε ο νεαρός κατηγορούμενος. «Δεν μπορώ να σας πιστέψω, γιατί αναιρούν όλα αυτά που είχατε πει», επεσήμανε, ενώ σε άλλο σημείο, σχολιάζοντας τις προηγούμενες ανακριτικές του απολογίες, σημείωσε: «Έχουμε τρεις αλήθειες, ποια απ’ όλες να πιστέψουμε;». Επικαλούμενη δε, τις καταθέσεις μαρτύρων – ιατροδικαστών ότι το χτύπημα στη μηριαία αρτηρία μοιάζει να είναι συμβατό με «παγοκόφτη ή κατσαβίδι», η εισαγγελική λειτουργός τον ρώτησε, εάν είναι βέβαιος ότι το όπλο που χρησιμοποιήθηκε ήταν «το μαχαίρι χωρίς δοντάκια». «Συζήτησα όλες τις εκδοχές, είμαι σίγουρος», απάντησε εκείνος και πρόσθεσε ότι το πέταξε μετά το έγκλημα σε υπόνομο.
