Στο πολιτικό σύστημα της κοινοβουλευτικής-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας εκ των πραγμάτων υφίσταται ένας διαχωρισμός ανάμεσα στους αντιπροσώπους (πολιτικούς) από τη μία και τους αντιπροσωπευόμενους (πολίτες) από την άλλη.
Μέσω του διαχωρισμού αυτού λειτουργεί η θεσμική αρχή της αντιπροσώπευσης. Αυτή η αρχή μαζί με την κατεξοχήν δημοκρατική αρχή (λειτουργία του Κοινοβουλίου, άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας, λειτουργία του κράτους δικαίου, του κοινωνικού κράτους, του συστήματος των δικαιωμάτων κ.ά.) συγκροτούν τις δύο θεμελιώδεις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Η αρχή της αντιπροσώπευσης είναι κατεξοχήν διαδικασία μέσω της οποίας καθορίζεται η σχέση των αντιπροσωπευομένων και των αντιπροσώπων. Επιτυγχάνεται η νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας, η οποία ασκείται στο όνομα του συνταγματικού λαού. Ο διαδικαστικός χαρακτήρας της αντιπροσώπευσης εμπλουτίζεται με ουσιαστικά περιεχόμενα μέσω της εσωτερικής σχέσης που αναπτύσσει με τη δημοκρατική αρχή. Με άλλα λόγια, ο πολίτης στην ψηφοφορία (μπροστά στις κάλπες) εκφράζει την πολιτική βούλησή του π.χ. για τον τύπο του κράτους δικαίου ή του κοινωνικού κράτους που θα εφαρμοστεί στην κοινωνία μέσα στην οποία ζει.
Εκρινα απαραίτητο να προτάξω αυτές τις θεωρητικο-πολιτικές παρατηρήσεις προτού εξετάσουμε εκ του σύνεγγυς πώς διαμορφώνονται τα πολιτικά πράγματα στον τόπο μας κατά την προεκλογική περίοδο και πώς τελικά ως πολίτες και ως πολιτικοί θα σταθούμε μπροστά στις κάλπες. Ολοι μας συμμετέχουμε στις προεκλογικές συζητήσεις οι οποίες κατέχουν κεντρική θέση στην τετραετή κοινοβουλευτική περίοδο.
Κατά την προεκλογική περίοδο τα πολιτικά κόμματα αναλύουν τους τρόπους σύνδεσης της αντιπροσωπευτικής αρχής με την αντίστοιχη δημοκρατική. Κατά την προεκλογική περίοδο ολόκληρο το πολιτικό σύστημα μετατρέπεται σε ένα επιχειρηματολογικό σύμπαν.
Διατυπώνονται ιδέες και απόψεις, οι οποίες θεμελιώνονται σε επιχειρήματα. Και οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για την ορθότητα των επιχειρημάτων και κατά συνέπεια για την πολιτική εφαρμογή των ορθολογικών ιδεών. Κατά την τρέχουσα προεκλογική περίοδο στον τόπο μας ο ανορθολογισμός και οι παθογένειες «χτυπάνε κόκκινο» κατά τη λαϊκή έκφραση!
Οι αντιπαραθέσεις και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα κόμματα κουβαλάνε βαρύ παθολογικό φορτίο. Τα κόμματα ενδιαφέρονται λιγότερο για την υπεράσπιση των προγραμμάτων τους. Αντιθέτως τα παθολογικά στοιχεία των συζητήσεων υπερτερούν. Σπιλώνονται οι αντίπαλοι αντί να αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι συνομιλητές στον προεκλογικό πολιτικό διάλογο.
Ο ανορθολογισμός και η παθολογική ρητορική έχουν σφραγίσει την προεκλογική περίοδο. Αντί, λοιπόν, τα πολιτικά κόμματα να αδράξουν το προεκλογικό επιχειρηματολογικό σύμπαν ως μια πολιτική ευκαιρία για να υπερασπιστούν τα ιδεολογικά προγράμματά τους, καταφεύγουν σε επιθέσεις κατά των αντιπάλων τους.
Τον ανορθολογικό και τον παθολογικό χαρακτήρα της τρέχουσας προεκλογικής περιόδου θα τον «βρούμε μπροστά μας» ως πολιτική κοινωνία κατά τις επόμενες δεκαετίες. Θα διευκρινίσω τώρα τι εννοώ μ’ αυτή τη διατύπωσή μου: Σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι πολίτες στις επικείμενες εκλογές θα αποφασίσουν για την κυβέρνηση της επόμενης τετραετίας (2023-2027).
Σ’ ένα όμως μακροεπίπεδο όλοι μας αντιλαμβανόμαστε ότι με το τέλος της τρίτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, η Ελλάδα δεν μπορεί ως πολιτική μορφή ζωής να συγκροτείται κατά τα πρότυπα του πολιτικού εικοστού αιώνα. Με τις ριζικές τομές που συντελούνται στην παγκόσμια κοινωνία, δεν μπορεί η Ελλάδα να συμπεριφέρεται ως περιφερειακή δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Είναι μέλος της ευρωζώνης εδώ και είκοσι χρόνια και δεν έχει ακόμη επιλύσει τρία συγκροτησιακά προβλήματα της πολιτικής καχεξίας της. Ποια είναι αυτά; Το πρώτο αναφέρεται στη σχέση των κομμάτων και της εκάστοτε κυβέρνησης με το κράτος. Μολονότι κατά την ιστορική φάση της Μεταπολίτευσης (1974-2010) έγιναν βήματα να απαλλαγεί η Ελλάδα από την εργαλειακή σχέση των κομμάτων προς το κράτος, παραμένουμε ακόμη στον «βαθμό μηδέν».
Μέχρι και σήμερα το κράτος θεωρείται «λάφυρο» στα χέρια του κόμματος που επικρατεί στις εκλογές! Η κυβέρνηση της πρόσφατης τετραετίας (2019-2023) καταγράφεται ως χειροπιαστό παράδειγμα αυτής της πολιτικής παθογένειας: το περιώνυμο «επιτελικό κράτος» δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το νεοφιλελεύθερο δόγμα των μεταρρυθμίσεων. Ηταν η αποθέωση της εργαλειακής σχέσης που ανέπτυξε η κυβέρνηση Μητσοτάκη με τις κρατικές δομές, με το ίδιο το κράτος τελικά! Ηταν ένα κατάλοιπο του μετεμφυλιακού κράτους της Δεξιάς.
Ενα άλλο πρόβλημα που έχει να κάνει με την καθυστερημένη πολιτική εξέλιξη της Ελλάδας στον παγκόσμιο χάρτη είναι αυτό της ανάπτυξης. Τέλος, το τρίτο δομικό και συγκροτησιακό πρόβλημα του τόπου μας είναι οι σχέσεις Αθήνας και Αγκυρας.
Τα δύο τελευταία δομικά προβλήματα θα τα εξετάσουμε στο επόμενο κείμενό μου.
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
