Κατ’ αρχάς, ως Ελληνες, ας μην κοροϊδευόμαστε. Το 1981 ο Καραμανλής και ο Ράλλης -δηλαδή όχι κάποιοι τυχάρπαστοι- έστειλαν στην Ευρωβουλή και πρόεδρο του Πιερικού (Σουσουρογιάννης) και ηγετικό παράγοντα της ΑΕΚ (Δαλακούρας) και μπασκετμπολίστα του ΠΑΟΚ (Δημόπουλος). Το «κακό» δεν ξεκίνησε λοιπόν με τον Ζαγοράκη. Οσο δε για τους δημοσιογράφους, τον πρώτο (Νικολάου) τον έστειλε στην Ευρωβουλή ο Ανδρέας Παπανδρέου, επίσης το 1981 – και έκτοτε κάθε Ευρωβουλή έχει και τον Ελληνα δημοσιογράφο της. Βέβαια την τελευταία φορά η αλήθεια είναι πως το παρακάναμε. Ο ένας στους τρεις από τους ευρωβουλευτές που εκλέξαμε ήταν δημοσιογράφος. Αλλά γι’ αυτό σίγουρα δεν «φταίει» ο Ζαγοράκης.
Και τι δεν έχουμε στείλει πάντως στην Ευρωβουλή. Πολιτικούς στην αρχή της καριέρας τους (βλ. Παπουτσής, Χατζηδάκης, Αλαβάνος), στο τέλος της καριέρας τους (βλ. Αβέρωφ, Μαύρος, Γλέζος), σοφούς καθηγητές (βλ. Ευρυγένης, Γαζής, Τσάτσος), σοβαρούς οικονομολόγους (βλ. Μπούτος, Χριστοδούλου, Κατηφόρης), γνωστούς καλλιτέχνες (βλ. Ξαρχάκος, Μούσχουρη, Γεωργούλης). Μέχρι και μπράβο της νύχτας (βλ. Λαγός) στείλαμε. Τα πάντα όλα. Και διορισμένους είχαμε στείλει και με λίστα έχουμε στείλει και με σταυρό τα τελευταία χρόνια στείλαμε. Και τι καταφέραμε; Από πλευράς αναγνώρισης της αξίας τους στο ευρωπαϊκό επίπεδο σχεδόν τίποτα. Ποτέ, για παράδειγμα, δεν συζητήθηκε το όνομα Ελληνα για την προεδρία της Ευρωβουλής. Και όχι επειδή η Ελλάδα είναι «μικρή» χώρα. Η σημερινή πρόεδρος της Ευρωβουλής είναι από τη Μάλτα. Επίσης πάνε πια πολλά χρόνια από την εποχή που Ελληνας έγινε πρόεδρος κάποιας επιτροπής του Ευρωκοινοβουλίου. Εκεί δηλαδή όπου επί της ουσίας διαμορφώνονται οι πολιτικές αποφάσεις. Οσον αφορά δε τις πολιτικές ομάδες, ακόμη και στην παράταξη της Ευρωπαϊκής Αριστεράς οι σύντροφοι αρνήθηκαν να δώσουν την προεδρία της στον ΣΥΡΙΖΑ. Κι ας είχε εκλογικά ποσοστά που τα αλλά αριστερά κόμματα της Ευρώπης ούτε στα όνειρά τους δεν τα έβλεπαν. Βέβαια άλλο η χρόνια έλλειψη αναγνώρισης και άλλο η σημερινή αναγνώριση της αθλιότητας.
Για να φτάσουμε όμως στον πάτο, προηγήθηκαν δεκαετίες κατά τις οποίες οι αρχηγοί της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ κάποιους έστελναν στις Βρυξέλλες για να τους ευχαριστήσουν, άλλους για να τους ξεφορτωθούν, ορισμένους δε για να τους προσφέρουν βουλευτική ασυλία. Δεν έστειλαν ποτέ ωστόσο κάποιον για να γίνει πραγματικός ευρωβουλευτής. Να ξεχάσει δηλαδή την εσωτερική πολιτική ζωή και να μάθει να διαδραματίζει ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Να μην εκδίδει ανακοινώσεις καταγγελίας, αλλά να εξηγεί πώς κατάφερε τον καλύτερο δυνατό συμβιβασμό. Να μη βγάζουν τα ακουστικά διερμηνείας οι ξένοι συνάδελφοί του όταν παίρνει τον λόγο, αλλά να τα βάζουν.
Για να συμβεί όμως αυτό δεν αρκούν ούτε η αλλαγή των προσώπων ούτε η αλλαγή των κανόνων εκλογής. Είναι απαραίτητη και η αλλαγή νοοτροπιών. Να μη θεωρείται δηλαδή η Ευρωβουλή ούτε η αρχή ούτε το πέρασμα ούτε το τέλος μιας πολιτικής καριέρας. Να είναι η ίδια τόπος καριέρας. Να έχουν τα ελληνικά κόμματα και το ελληνικό κράτος υποδομές στήριξης ενός ευρωβουλευτή που θέλει να εργαστεί σωστά. Να έχει και τη δυνατότητα ο ελληνικός λαός να στέλνει στην Ευρωβουλή έναν Κύρκο και έναν Πεσματζογλου κι ας μην τους ήθελε στη Βουλή. Αν και όταν συμβούν όλα αυτά, αν μη τι άλλο, ίσως ελαττωθεί ο φόρτος εργασίας της βελγικής Δικαιοσύνης, με την οποία εξάλλου ο Ζαγοράκης, εξ όσων γνωρίζουμε, ουδέποτε είχε μπλεξίματα.
