Το περσινό «Ετος Ιάκωβου Καμπανέλλη» έδωσε την ευκαιρία να θυμηθούμε τον αρχιμάστορα της σύγχρονης συνείδησης του θεάτρου μας.
Ανάμεσα στις επετειακές αντίχαρες, τα συγκεντρωμένα ανάλεκτα του καθηγητή του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργου Π. Πεφάνη, που παρέδωσε η Κάπα Εκδοτική στην εξαιρετική Σειρά του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, δεν μπορεί παρά να έχουν για εμάς πολλαπλή σημασία.
Πρώτον, καθώς επιλέγοντας για τίτλο τους την αποφθεγματική φράση του Αίγισθου από τον όψιμο Δείπνο του Καμπανέλλη («Είναι ξεκούραστο να σκέφτεσαι πως οι Μυκήνες δεν ήταν το παν, ούτε ο θάνατός μας το τέλος τους»), προβάλλουν πέρα από την επιστημονική τους συγκρότηση, τον χαρακτήρα μιας πολύτιμης σχέσης ανάμεσα στον μελετητή και τον δραματουργό, σχέση που εξ αρχής ετέθη με τους όρους της αμοιβαίας φιλίας.
Κι έπειτα γιατί, όπως μέσα από τα κείμενα του βιβλίου μάς δίνεται η ευκαιρία να μελετήσουμε συγκεντρωμένο το απείκασμα του Καμπανέλλη στην πορεία του θεωρητικού, κριτικού και στοχαστή Πεφάνη, αποδεικνύουν ότι οι επιδράσεις του πρώτου -οι «Μυκήνες του»…- καρπίζουν τελικά πέρα από τα στενά όρια του βιολογικού βίου. Το παρόν βιβλίο αποτελεί από αυτή την άποψη αξιολόγηση όχι μόνο του ανθρώπου αλλά και της σποράς του.
Το βιβλίο συντίθεται από κείμενα της τελευταίας εικοσαετίας και ακολουθούν άξονες που ανατέμνουν το έργο του Καμπανέλλη οριζοντίως και καθέτως. Ο πρώτος από αυτούς αφορά ένα θεμέλιο της καμπανελλικής γραφής, τον χώρο της μνήμης ως οργανικού συστατικού του παρόντος. Ειδικά όταν, όπως θυμίζει ο Πεφάνης στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, στην περίπτωση του Καμπανέλλη γενέθλιος τόπος του ανθρώπινου δράματος γίνεται η άτοπη φρίκη του Μαουτχάουζεν.
Από εκεί ξεκινά και σε αυτή βασίζεται η ανάγκη μιας μνήμης που απλώνεται σε κάθε δημιουργική έκφραση του Καμπανέλλη, ενσταλάζει στα έργα του και αποκτά κάποτε τον χαρακτήρα αποφθεγματικής, στοχαστικής πύκνωσης. Οι αποστάξεις σοφίας μεταφέρουν στο θέατρο την ανάγκη να ακουστεί ο λόγος του αφανούς και άφωνου ανθρώπου ακόμα και μέσα στη μεγάλη ηχηρή ιστορία και στον κραυγαλέο μύθο. Ο Πεφάνης αντλεί αυτά τα αποστάγματα στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του, τα ταξινομεί και τους προσδίδει ανάλογο ρόλο στο συνολικό έργο του Καμπανέλλη.
Το επόμενο, τέταρτο κεφάλαιο φανερώνει διασυνδέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στη δραματουργία του Καμπανέλλη και στον πυλώνα του ελληνικού θεάτρου, Πιραντέλο. Οι διασυνδέσεις αυτές όμως δεν αλλοίωσαν την ιδιαιτερότητα του Ελληνα δημιουργού, δεν μείωσαν την πρωτοτυπία του, δεν αλλοίωσαν τον πυρήνα της ιθαγένειάς του. Ο Πιραντέλο, όπως αποκαλύπτει ο Πεφάνης, μετέδωσε στον Καμπανέλλη την ποιητική αίσθηση ενός κόσμου όπου θεατρικά στοιχεία συνυπάρχουν δεμένα με τη ρέουσα κοινωνική πραγματικότητα.
Το πέμπτο κεφάλαιο εξετάζει την ποιότητα εκείνη του Καμπανέλλη που τον καθιστά τον ίδιο, πέρα από ικανό συγγραφέα, έναν «δημιουργό» του θεάτρου μας, φορέα δηλαδή μιας άγρυπνης συνείδησης της δημόσιας σφαίρας. Τρία από τα έργα που συνιστούν την «πολιτική τριλογία» («Το μεγάλο μας τσίρκο», «Το κουκί και το ρεβύθι», «Ο εχθρός λαός»), γραμμένα στην κρίσιμη περίοδο της δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης, φανερώνουν εύγλωττα τη διαρκή αυτή θέση του Καμπανέλλη εντός του δήμου, ενώπιον του λαού και των σοφιστών του.
Από τα πλέον γόνιμα σημεία του βιβλίου είναι το επόμενο, έκτο κεφάλαιο, που στρέφεται αυτή τη φορά στα θεατρικά τραγούδια του Καμπανέλλη. Και σε αυτά ο «στιχουργός» Καμπανέλλης άλλοτε λυρικά κι άλλοτε «επικά» επενδύει στην επικοινωνία με τον θεατή, υπηρετώντας πάντα τον ρόλο του πολιτικά ενεργού και ποιητικά καίριου «δημιουργού».
Τα «Τέσσερα πόδια του τραπεζιού» δίνουν στη συνέχεια (Κεφάλαιο 7) τη βάση για να ερευνηθεί η «μελαγχολία» του χρήματος (και του καπιταλισμού) στο έργο του συγγραφέα. Ενώ το επόμενο, όγδοο, κεφάλαιο στρέφεται σε σκηνοθετικά ζητήματα των έργων τα οποία συνδέονται με βαθιές έννοιες της υπαρξιακής φιλοσοφίας. Ο χρόνος με την έννοια της ρευστής εξέλιξης, το «πέρασμα» ως μετάβαση και ο εαυτός σαν διαρκές κάτοπτρο εξετάζονται εντός του όψιμου έργου του Καμπανέλλη και διεγείρουν προβληματισμούς σχετικούς με τη σκηνική τους απόδοση.
Επειτα από αυτό το ταξίδι στη «χώρα Καμπανέλλη», τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου επιστρέφουν συνειδητά στην αρχή για να εξετάσουν ίσως σε αυτήν την αίσθηση του μελλοντικού ταξιδιού. «Ο κρυφός ήλιος» (Κεφάλαιο 9) και το μάλλον άγνωστο στους πολλούς «Ανθρωποι και ημέρες» (Κεφάλαιο 10), αποτελούν προσωπικά αρχειοδιφικά ευρήματα του μελετητή και φανερώνουν στοιχεία που θα αναπτυχθούν αργότερα στη δραματουργία του Καμπανέλλη.
Το βιβλίο συνοδεύεται από πλούσια ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, όπως και από χρηστικά ευρετήρια συγγραφέων και τίτλων.
Μετά την ανάγνωση του βιβλίου το κεντρικό επιχείρημα του Πεφάνη ότι θα πρέπει να αποδώσουμε κάποτε στον Καμπανέλλη τον τίτλο του μεγαλύτερου σύγχρονου Ελληνα θεατρικού συγγραφέα, ακούγεται ίσως περισσότερο από ποτέ καίριο.
Εφόσον αποδεχτούμε ότι οι δικές του «Μυκήνες», όπως και κάθε άλλου ταγού, αντανακλώνται, πέρα από την καθαυτή δημιουργία, στην έκταση των επιδράσεων, στο ειδικό βάρος του δημιουργού εντός του «δήμου» – και κάποια στιγμή τελικά, στο «χαμόγελο» αντίχαρης των μαθητών του.
