Τι γνωρίζουμε για τη νέα γενιά; Πόσο ξέρουμε τα παιδιά μας; Τι μας επιτρέπουν οι περιορισμένες γνώσεις μας να αποφανθούμε; Τι θα μπορούσε να συνιστά η άρνησή τους σε όλα όσα πρεσβεύουμε; Και τελικά τι τους κληροδοτούμε; Μήπως χρειάζεται να το σκεφτούμε καλύτερα;
Περισσότερο από ένα έργο ενηλικίωσης το «154 Bertha», το πρώτο θεατρικό έργο της εξέχουσας δραματουργού Ελσας Ανδριανού που ανεβαίνει από την ομάδα ΟΠΕRΑ στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, είναι η ακτινογραφία μιας σύγχρονης οικογένειας και κοινωνίας, που πυροδότησε «αυτό το κάτι παραπάνω από χάσμα γενεών» που διαπίστωσε ως καθηγήτρια δραματουργίας τα τελευταία χρόνια: «Είναι κάτι που συνέβη πολύ γρήγορα. Εχω την εντύπωση ότι με τα παιδιά μιλάμε άλλη γλώσσα. Εγώ δεν έχω δικά μου παιδιά, όμως κάνω πολλά χρόνια μάθημα. Τα τελευταία χρόνια βλέπω πραγματικά ότι πρέπει να βρούμε σε ποια ελληνικά θα μιλάμε. Κάτι θα προκύψει, είναι εγκυμονούσα εποχή, το πότε θα γίνει ο τοκετός θα το δούμε».
«Χάσματα είχατε κάποτε. Τώρα ζούμε σε άλλο γαλαξία», όπως ακούγεται και στο έργο; Η γλώσσα ήταν η θρυαλλίδα; «Οχι μόνο. Η γλώσσα είναι ένας κόσμος. Η γλώσσα είναι σκέψη. Οι μαθητές μου δεν βρίσκουν μια λέξη για να πουν κάτι και το λένε περιφραστικά, περιγράφουν το κάτι. Οχι ότι είναι αγράμματοι. Κάνω μάθημα σε δραματικές σχολές όπου επίσης υπάρχουν πτυχιούχοι από άλλες σχολές. Είναι της γενιάς τους. Αυτή η γενιά η οποία είναι κάπως κλειστή γιατί αυτόν τον κόσμο τής φτιάξαμε, απομονωμένη, με πρόταγμα την προστασία του εαυτού, χωρίς να είναι καθόλου ιδεολογικό. Εχει δουλέψει ο ψηφιακός κόσμος της απομόνωσης πίσω από τις οθόνες ολωνών, αλλά είναι άλλο πράγμα να έχεις γεννηθεί με αυτό και άλλο να το έμαθες κάποια στιγμή μετά τα 20. Μια γενιά που φοβάται να ανοιχτεί γιατί την έχουν πείσει ότι είναι πολύ επικίνδυνα εκεί έξω. Είναι ευχάριστο ότι τελευταία φαίνεται μια ανατροπή, αρχίζει και βρίσκει ένα δικό της βήμα, εκκρεμές ακόμη, αλλά έτσι κι αλλιώς η Ιστορία δεν προβλέπεται», μας λέει.
Τη συναντήσαμε στις πρόβες του έργου στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης μαζί με τους συντελεστές της παράστασης. Με τον τίτλο να παίζει τόσο με την ψηφιακή εποχή όσο και με τον «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ ρίχνοντας μια λοξή ματιά στον Αγαμέμνονα, το έργο είναι καμωμένο με λόγια «από τα ακριβά συρτάρια της δραματουργίας», που παρ’ ότι μιλάει τη σημερινή γλώσσα τού προσδίδει λογοτεχνική αξία, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη του Θοδωρή Αμπαζή.
● Περί τίνος πρόκειται;
Μιλάει για την απόγνωση που νιώθει η δική μας γενιά, των σημερινών πενηντάρηδων, που δεν μπορεί να κατανοήσει τα αιτούμενα της νεότερης γενιάς, το πώς μπορεί να συμμετέχει σε αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή με τους νέους και τη γενικότερη τάση διαγραφής όλης της δικής μας ιστορίας καθώς ψάχνονται και οι ίδιοι, αγωνιούν να βρουν κάτι καινούργιο. Θέμα που αναγνώρισαν πολλοί φίλοι στην οικογένειά τους.
● Το θέμα του;
Ενα κορίτσι εύπορης οικογένειας γυρίζει ύστερα από ένα ταξίδι στο Λονδίνο και έπειτα από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να σπουδάσει αφού αλλάζει διαρκώς αντικείμενο. Και εδώ και έναν μήνα δεν έχει εμφανιστεί, είναι μόνη στο δωμάτιό της και το μόνο που κάνει είναι να βρίσκεται σε ένα ερασιτεχνικό τσατ αστρονομίας και να συνομιλεί με έναν άγνωστο. Στην προτεινόμενη συνθήκη του έργου η οικογένεια θα κάνει ένα τραπέζι για φίλους επ’ ευκαιρία της προαγωγής του ιατρού πατέρα. Κι εκεί, μπροστά σε όλους, δηλώνει ότι δεν θέλει καμία σχέση με ερωτικές επαφές, όχι επειδή δεν τα έχει κάνει όλα, αλλά επειδή ψάχνει κάτι καινούργιο. Αυτή η ανακοίνωση ανοίγει το κουτί της Πανδώρας: προκαλεί μια σειρά από ρήξεις στην οικογένεια, καταλαβαίνουμε ποιες είναι οι πραγματικές σχέσεις μέσα στο σπίτι, τι συνέβαινε στο παρελθόν και τι τώρα… Αρχίζει και διαλύεται η οικογένεια, αλλά και το κορίτσι αρχίζει και κατανοεί βαθύτερα τους δικούς της γιατί μαθαίνει ιστορίες τους που έχουν να κάνουν με το παρελθόν τους, με αυτά που πιστέψαμε, θελήσαμε και αποτύχαμε. Είναι σαν να μιλάμε εμείς οι σημερινοί πενηντάρηδες. Το θέμα δεν είναι αν το παιδί σου έχει νέα ορολογία ή αν δηλώνει ασέξουαλ, αλλά ότι το κορίτσι αυτό διαγράφει ό,τι έχει να κάνει με τις αξίες, τις αρχές, τις παραδόσεις, τα όνειρα και τα τραγούδια ακόμη της δικής μας γενιάς ως ένα αποτυχημένο μοντέλο που πρέπει να αλλάξει και να βρεθεί κάτι καινούργιο.
● Τα παιδιά, λένε, μας μεγαλώνουν, μας φέρνουν αντιμέτωπους με τα δικά μας τραύματα. Δεν είναι η απόρριψη αναγκαία στη διαδικασία ενηλικίωσης;
Αυτά τα παιδιά έζησαν σε σχέση με μας την «επανάσταση» του ΠΑΣΟΚ και την προπαγάνδα της ευτυχίας και της ελευθερίας πιο αδικημένα: έχουν περάσει την κρίση του ‘10, τον Covid. Το τεράστιο κοινωνικό ζήτημα του νεοσυντηρητισμού βρίσκει έδαφος στην αγωνία και την απόγνωσή τους και τις εκμεταλλεύεται. Το διακύβευμα είναι ότι επιθυμούν έναν καινούργιο κόσμο, άλλον από αυτόν που τους έχουμε κληροδοτήσει. Και ξεκινάμε από αυτή τη διαγραφή του παρελθόντος για να εφεύρουμε καινούργια θέματα, όπως είναι η νέα ορολογία, η συμπεριληπτική διατύπωση που επιβάλλεται και πλέον δεν μπορείς να λες ο άλλος εννοώντας ο άλλος άνθρωπος γιατί έχει πρόσημο, αλλά οφείλεις να χρησιμοποιείς «παπάκια» λέγοντας «αγαπητ@ μαθητ@ και καθηγητ@…». Το κατανοώ, είναι μια μετάβαση να βρούμε μια καινούργια γλώσσα, έναν καινούργιο κόσμο, αυτή είναι η ανάγκη των παιδιών να ξεκινήσουν κάτι από την αρχή. Γιατί βλέπουν ότι τελικά όλα αυτά τα ιδεώδη τα δικά μας δεν οδήγησαν πουθενά, παρά στην επανάληψη του πολέμου, του αρχέγονου πολέμου των φύλων, των τάξεων, στη φρίκη, τη βία και την καταστροφή και σου λένε πάμε να φτιάξουμε κάτι καινούργιο. Δεν ξέρουν πώς να το κάνουν, το ψάχνουν, αλλά και ποιος το ξέρει;
● Μα αυτό δεν σημαίνει το να είσαι νέος;
Εδώ υπάρχει μια ανάγκη της πλήρους διαγραφής του παρελθόντος, δεν ξέρω, μπορεί να είναι και αυτός ο τρόπος. Υπάρχει το cancel culture ως κίνημα που ενώ έχει μια ανθρώπινη βάση το να φτιάξουμε κάτι άλλο και να ξεκινήσουμε από την αρχή, από την άλλη έτσι γίνεσαι πολύ απολιτίκ, είναι πολύ εγωκεντρικό, το διακύβευμα δεν είναι πώς θα ζήσουμε όλοι μαζί ως κοινωνία, πώς θα διεκδικήσουμε κάτι στον δρόμο, αλλά έχει περισσότερο εγωκεντρικό χαρακτήρα, έχει να κάνει με το αν εγώ είμαι άντρας, γυναίκα ή ουδέτερο φύλο. Αυτό έχει έναν κίνδυνο, σε αποσπά από την άλλη ανάγκη, που εμείς είχαμε, της συνεύρεσης και πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο…
● Μήπως χρειάζεται να κάνουμε την αυτοκριτική μας, με όλα αυτά που συμβαίνουν δεν είναι σαν να τους έχουμε κλέψει το όνειρο;
Αν το είχαν ποτέ, γιατί το κλέβω σημαίνει ότι είχα κάτι και μου το πήραν. Τα παιδιά δεν έχουν δημιουργήσει κάτι για να τους το πάρουν, ζουν και μεγαλώνουν μέσα στη δυστοπία, μέσα σε αυτή την απόγνωση και ζητάνε βοήθεια για να βγουν από αυτόν τον κύκλο. Υπάρχει μια κραυγή αγωνίας πίσω από όλα αυτά, παντού: μέσα στο ίντερνετ, στα σόσιαλ υπάρχει μια φωνή που λέει βοηθήστε μας. Και τώρα με τις καταλήψεις που οδήγησαν σε μια πολύ απογοητευτική ματαίωση του αγώνα των παιδιών, που βρέθηκαν μπροστά σε έναν τοίχο, παρότι και τα ίδια το ήξεραν και έλεγαν τώρα θα φάμε τα μούτρα μας αλλά θα το κάνουμε, και τους λέγαμε αν δεν το κάνετε εσείς ποιος θα το κάνει, ακόμα και τώρα προσπαθούμε να διατηρήσουμε αυτή την πίστη και την ελπίδα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια μεγάλη ματαίωση στον χώρο μας και έχουν ήδη φάει μια μεγάλη ματαίωση όλα αυτά τα χρόνια.
● Μέχρι του σημείου να σκοτώνει το κράτος τα παιδιά μας, στα Τέμπη…
Το ότι συνέπεσε αυτή τη στιγμή για να το επαληθεύσει είναι σημειολογικό. Ο αντίκτυπός του έχει να κάνει με ό,τι χτίσαμε και οποιαδήποτε στιγμή γίνεται κάτι και γκρεμίζονται τα πάντα.
● Το χάσμα από την πλευρά των νέων. Τι μας λένε για το έργο και τη γενιά τους, για την πάλη ανάμεσα σε ασφάλεια, ελευθερία και πραγμάτωση οι νέοι πρωταγωνιστές σε αυτό το έργο;
Γιώργος Ζυγούρης: Ακροβατούμε σε έναν ρομαντισμό από την εφηβεία και ταυτόχρονα προσπαθούμε να συμμορφωθούμε σε μια πραγματικότητα και να αποδεχτούμε ότι έτσι είναι και μερικά πράγματα δεν αλλάζουνε και κάνεις το καλύτερό σου μέσα σε αυτά.
Λένα Μποζάκη: Εκεί που ταυτίζομαι με τη Νεφέλη είναι στο ότι οι γονείς μου ζήσανε σε μια εποχή που ανοίγοντας τα φτερά τους και ζώντας με έντονα πάθη σαν την πρώτη γενιά που έζησε μια ελευθερία όπως το να υπάρχει μια σχέση πριν να παντρευτούν, το να ζήσει κάποιος τον έρωτα, ένα άνοιγμα που είχε όμως σαν συνέπεια κάποια πράγματα που όμως τους κόστισαν πάρα πολύ. Βλέποντας το κόστος στο ότι ανοιχτήκαμε και ζήσαμε και άμα θέλαμε τα καίγαμε, μου δημιουργήθηκε μια άμυνα, είπα ώπα δεν ανοιγόμαστε, δεν καιγόμαστε, να βρούμε κάτι άλλο πιο ασφαλές. Ταυτόχρονα υπάρχει η φωτιά μέσα σε κάθε άνθρωπο, να ζήσει αυτό που θέλει και αναζητά άλλον τρόπο εκπλήρωσης. Εκεί έρχεται το σήμερα και το πως οι άνθρωποι ζουν πλέον μέσα από την τεχνολογία, το πόσο σημαντικά είναι τα σόσιαλ μίντια για μας, η επιστήμη που μπορούμε να αγγίξουμε κι ας μην είμαστε επιστήμονες, δημιουργούνται ομαδούλες μέσα στις οποίες μπορεί να νιώθει ασφάλεια, αποφεύγοντας να ζήσει το κόστος.
● Πως ορίζεται το κόστος;
-Λ.Μ: «Το κόστος είναι αυτό που λένε οι γονείς αν εμείς δεν πετύχαμε μη φοβάσαι, αν εμείς δεν τα καταφέραμε και κάναμε κάποια λάθη εσύ δεν θα το κάνεις αυτό. Νομίζω όμως ότι είναι μοιραίο να τα κάνεις…
● Έτσι είναι η εμπειρία κάτι προσωπικό που αποκτάς, δε μαθαίνεται. Ο φόβος όμως; Υπάρχει κάτι που γίνεται χωρίς κόστος;
Λ.Μ: Όχι βέβαια τα πιο όμορφα πράγματα κοστίζουν και μετά το βλέπεις και χαίρεσαι αλλά πριν το ζήσεις υπάρχει αυτή η αγωνία, ο δρόμος του να βρεις ποιος είσαι.
Γ.Ζ: Στο τέλος έρχεται η λυπητερή. Ένα χαρακτηριστικό της παλιάς γενιάς είναι ότι όλα μετριούνται με κέρδος και με απώλειες. Αλλά κάποια πράγματα δεν μετριούνται. Δηλαδή η εμπειρία και το λάθος είναι πολύ σημαντικά ακόμη και αν δε σου βγει στο λογαριασμό συν ή πλην… Έχουμε να κάνουμε όλα τα πράγματα που είναι καλά για μας, να έχουν κέρδος, δηλαδή τα σωστά, να μην κάνουμε τα λάθη που κάναν άλλοι, δεν είναι απαραίτητα ωραίο αυτό. Υπάρχει ανάγκη να ξεφύγεις από το τι είναι θετικό ή αρνητικό, δεν μπαίνουν όλα στη ζυγαριά…
● Σας έχει γίνει στενός κορσές το πρέπει νομίζω
Λ.Μ: Το τι ονειρεύτηκαν κάποιοι άλλοι για σένα κάποτε. Το όποιο κόστος προκειμένου να ανοίξεις τα φτερά σου, να βρεις γιατί είσαι εδώ
● Δεν υπάρχει βαρύτερη κληρονομιά από τα όνειρα των γονιών για τα παιδιά τους όπως λένε;
Λ.Μ: Αλήθεια είναι. Εμείς και οι δυο έχουμε αλλάξει πορεία. Εγώ τελείωσα το Φυσικό, έδωσα στη μαμά μου το πτυχίο, της είπα αυτό είναι για σένα και τώρα γεια.
Γ.Ζ: Εγώ σπούδαζα Χημικός Μηχανικός, δεν πήρα ποτέ το πτυχίο… Αλλά δεν έκανα επανάσταση γιατί πήγα σε μια δραματική σχολή, παρά την αρχική τους επιφυλακτικότητα γιατί με υποστήριξαν.
Λ.Μ: Κι εμένα ήταν σύμφωνοι αλλά ήθελαν πρωτίστως να έχω τη σιγουριά ενός πτυχίου…
Γ.Ζ: Ναι αυτό το μαξιλαράκι ήταν πάντα ένα δεδομένο της προηγούμενης γενιάς αφού αυτή τη στιγμή δεν έχει αντίκρυσμα πουθενά, έχουν αλλάξει τα πράγματα…
● Ίσως για τους γονείς δεν έχει εμπεδωθεί ως παρακαταθήκη να βοηθήσουν τα παιδιά να πραγματώσουν τα όνειρά τους
Γ.Ζ: Βομβαρδιζόμαστε από το ποιο είναι το κατάλληλο όνειρο και είναι δύσκολο να βρούμε το δικό μας, υπάρχει ένα ισχυρό πρότυπο που σου λέει τι θα’ πρεπε να θέλεις και γι’ αυτό υπάρχει η ανάγκη να σπάσει αυτό…
Λ: Και είναι ένα χάος από πρότυπα, από αυτά που σου πλασάρει η τηλεόραση, τα σόσιαλ, οι στοχευμένες- εξατομικευμένες διαφημίσεις, το σχολείο, οι γονείς. Παντού υπάρχουν εικόνες και ενδεχομένως μπορείς να πας προς τα εκεί αλλά ο δρόμος για να πας δεν είναι ξεκάθαρο που οδηγεί σε ποιο βήμα, τι να διαλέξεις. Βλέπεις ένα αποτέλεσμα αλλά δεν ξέρεις το δρόμο για να φτάσεις κι αυτό σε φοβίζει.
Γ.Ζ: Καμιά φορά νομίζω πως το όνειρο είναι ο δρόμος προς την κατάκτησή του… Εμείς επειδή είμαστε και λίγο ανυπόμονη γενιά λόγω των συνεχόμενων ερεθισμάτων που χρειαζόμαστε για να μένουμε ικανοποιημένοι κάπως στερούμαστε τη συγκέντρωση να φτάσουμε σε έναν στόχο…
ℹ️ Θέατρο Τέχνης-Υπόγειο (Πεσμαζόγλου 5, τηλ. 21 0322 2760). «154 Bertha» της Ελσας Ανδριανού. Σκηνοθεσία-πρωτότυπη μουσική: Θοδωρής Αμπαζής. Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Παύλου. Βοηθός σκηνογράφου: Εμιλυ Κουκουτσάκη. Κατασκευή σκηνικού: Μάριος Ιωάννου. Βοηθός φωτιστή: Χάρης Δάλλας. Παίζουν: Νέστορας Κοψιδάς, Αμαλία Τσεκούρα, Δανάη Σαριδάκη, Λένα Μποζάκη, Γιώργος Ζυγούρης. Διάρκεια 90’. Από τις 20 Απριλίου, Τετάρτη με Κυριακή στις 21.00 έως και 7 Μαΐου. Εισιτήρια από 15€.
