Στη δέκατη αύξηση των επιτοκίων της από τον περσινό Μάρτιο προχώρησε χθες η Fed αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να είναι η τελευταία του τρέχοντος κύκλου ανόδου τους.
Η Επιτροπή Ανοιχτής Αγοράς της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ αποφάσισε ομόφωνα να αυξήσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά 0,25, στο εύρος του 5%-5,25%, που είναι το υψηλότερο επίπεδο από το 2007.
Ωστόσο, ταυτόχρονα η Fed αφαίρεσε από τη συνοδευτική ανακοίνωση της απόφασής της τη συνήθη δήλωσή της, ότι η Επιτροπή Ανοιχτής Αγοράς εξακολουθεί να «αναμένει πως κάποια πρόσθετη σύσφιγξη της πολιτικής μπορεί να είναι κατάλληλη προκειμένου να επιτευχθεί μια στάση νομισματικής πολιτικής επαρκώς περιοριστική για να επιστρέψει ο πληθωρισμός στο 2% με την πάροδο του χρόνου».
Στη θέση της, η Fed εισήγαγε μια πιο εξειδικευμένη δήλωση, που θυμίζει τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε όταν σταμάτησε τις αυξήσεις των επιτοκίων το 2006. Αυτή λέει ότι «για τον προσδιορισμό του βαθμού στον οποίο μπορεί να είναι κατάλληλη η πρόσθετη σύσφιγξη της πολιτικής», οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας θα μελετήσουν πώς θα συμπεριφερθούν η οικονομία, ο πληθωρισμός και οι χρηματοπιστωτικές αγορές τις επόμενες εβδομάδες και μήνες.
Nέα γλώσσα
Η νέα γλώσσα μπορεί να σημαίνει πολλά για τις αγορές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται ότι η Fed θα διατηρήσει σταθερά τα επιτόκια στην επόμενη συνεδρίασή της τον Ιούνιο. Πόσο μάλλον όταν στο ανακοινωθέν της υπογραμμίζει ότι «ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος».
Από την πλευρά τους πάντως κορυφαίοι οικονομολόγοι που συμμετείχαν στη σύνοδο κορυφής για την ανάπτυξη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στη Ζυρίχη, την περασμένη Τρίτη, θεωρούν ότι τα υψηλά επιτόκια ήρθαν για να μείνουν καθώς η πλειονότητά τους εκτιμά ότι ο κόσμος εισέρχεται πλέον σε μια «νέα εποχή» υψηλότερου πληθωρισμού.
Σε σχετική έρευνα του WEF (Chief Economists Outlook), το 75% αυτών εκτιμά ότι τιμές και επιτόκια θα παραμείνουν υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ενώ σχεδόν το 80% πιστεύει ότι οι κεντρικές τράπεζες θα δυσκολευτούν να επιτύχουν τους στόχους τους για τον πληθωρισμό.
Ανάλογο ποσοστό αυτών υποστηρίζει ότι οι τελευταίες θα χρειαστεί να βρουν το σωστό ισοζύγιο ενεργειών για τη διαχείριση του πληθωρισμού και τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα. «Στρεφόμαστε προς μια εποχή η οποία θα είναι δομικά πιο πληθωριστική, έναν κόσμο μετά την παγκοσμιοποίηση όπου δεν θα υπάρχει η ίδια κλίμακα εμπορίου, θα υπάρχουν περισσότεροι εμπορικοί φραγμοί, μια πιο γερασμένη δημογραφική ομάδα και αυτό σημαίνει ότι οι συνταξιούχοι που είναι αποταμιευτές δεν αποταμιεύουν πλέον με τον ίδιο τρόπο», υπογράμμισε η Karen Harris, διευθύνουσα σύμβουλος μακροοικονομικών τάσεων στην Bain & Company.
Φθίνον δυναμικό
«Και έχουμε ένα φθίνον εργατικό δυναμικό, κάτι που απαιτεί επενδύσεις στην αυτοματοποίηση σε πολλές αγορές. Αρα λιγότερη παραγωγή κεφαλαίου, λιγότερη ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και αγαθών, περισσότερες απαιτήσεις για κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει ότι ο πληθωρισμός, η ώθηση του πληθωρισμού θα είναι υψηλότερη και τα πραγματικά επιτόκια θα χρειαστεί να είναι υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα».
Και αυτό, όπως προειδοποίησε, δημιουργεί «μεγάλο κίνδυνο» καθώς η προσαρμογή, η εξοικείωση με τα υψηλότερα επιτόκια μετά από μια τόσο εδραιωμένη εποχή χαμηλών επιτοκίων θα προκαλέσει ζημιές που δεν έχουμε δει ή προβλέψει ακόμα».
Κατά συνέπεια «αγνοεί τη λογική» η άποψη ότι καθώς ο χρηματοπιστωτικός τομέας προσπαθεί να γυρίσει γρηγορά στο νέο περιβάλλον δεν θα υπάρξουν νέες απώλειες πέρα από τις SVB, Signature, Credit Suisse και First Republic.
«Σε έναν κόσμο όπου η μόχλευση ήταν πολύ υψηλή και τα επιτόκια πολύ χαμηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα και στον οποίο η ρευστότητα δεν πρόκειται να είναι τόσο άφθονη όσο πριν, δεν μπορεί να ξέρεις πού θα υπάρξει το επόμενο πρόβλημα», σημείωσε από την πλευρά του ο Χόρχε Σιτσίλια, επικεφαλής οικονομολόγος της BBVA.
