Εχει μια περίεργη ησυχία έξω. Οχι, δεν μιλώ για την καθολική ησυχία του χιονιού, την εξαντλημένη ησυχία του Δεκαπενταύγουστου, την κλινική ησυχία της καραντίνας. Μια ησυχία παράλληλη με τους ήχους. Ενα στρώμα σιωπής κάτω από τις επιφάνειες του θορύβου· τα αμάξια, τους ανθρώπους, τις κουβέντες τους. Μια ησυχία που δεν την καταλαβαίνεις παρά μόνο αν πας να τη διακόψεις.
Μια ανήσυχη ησυχία. Σαν κάτι να συνέβη και κανείς να μη θέλει να σου το πει. Ολοι σε κοιτούν ενώ περπατάς με τον σκύλο σου. Βλέμματα άμεσα και κομμένα απότομα όταν τα ανταλλάσσεις, φωνές που κατεβαίνουν απότομα μόλις περνάς σαν για να μην τις ακούσεις. Μια διακριτική αποφυγή πίσω από ένα αδιάκριτο σχόλιο. Κάτι γίνεται εδώ. Αλλά δεν υπάρχει κανένας να ρωτήσεις. Ολοι χάνονται βιαστικά πίσω από τη συνειδητοποίηση της παρουσίας σου.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της τυχαίας διαδρομής. Ενας ψίθυρος που απλώνεται χωρίς να ακούγεται. Κάτι έχει γίνει. Ποιος θα μιλήσει καθαρά; Πείτε μου επιτέλους. Είναι κάτι σοβαρό; Κάτι που έκανα; Κάτι που θα κάνω; Κάτι που έπαθα ή θα πάθω; Ή μήπως απλώς κάτι στο παρουσιαστικό μου; Μα δεν μπορεί, είμαι όμοιος με χθες. Συνεχόμενος. Διαρκής. Μήπως φταίει ο σκύλος; Σίγουρα αυτός φταίει. Κάτι έκανε και κανείς δεν θέλει να μου το πει. Τον κοιτάς. Εκείνος αποστρέφει το βλέμμα. Σαν να μη θέλει να σου το πει.
Λίγο μετά, αφού τον αφήσεις στο σπίτι και πας στο σούπερ μάρκετ. Αυτή η αίσθηση. Σαν να μπαίνεις σε ένα δωμάτιο και όλοι να σταματούν απότομα να μιλούν κοιτάζοντάς σε. Η γενικευμένη ησυχία γύρω σου κάτω από τη βαρετά ήρεμη μουσική. Στη γραμμή για τα τυριά. Κανείς δεν μιλάει. Ακόμα και ο υπάλληλος δεν ρωτάει. Κοιτάει ώστε να εξυπηρετήσει, αλλά δεν αποκρίνεται. Ούτε στην παραγγελία ούτε στο «ευχαριστώ πολύ» που υποδηλώνει τη λήξη της σύντομης συνεργασίας σας. Και στο ταμείο, μια ξερή τιμή η μόνη κουβέντα που σου χαρίζει η ταμίας. Η λακωνικότητά τους είναι η ενοχή σου.
Στον δρόμο για το σπίτι η ίδια ησυχία, το ίδια καχύποπτο καλωσόρισμα από ανθρώπους που δεν γνωρίζεις. Τι τρέχει εδώ; Τι θέλετε όλοι; Δεν γνωριζόμαστε. Δεν μπορείτε να με κρίνετε. Ο,τι και αν είναι αυτό που συμβαίνει. Μα τι έχει συμβεί; Τι είναι αυτό που έχω κάνει και πώς μπορώ να το διορθώσω; Να γυρίσεις στο σπίτι. Μακριά από τα βλέμματα και τους ψιθύρους. Μακριά από αυτή την ενοχή που δεν ομολογεί τον εαυτό της. Εκεί θα είμαστε ασφαλείς.
Να τακτοποιείς τα πράγματα και να σκέφτεσαι. Να είσαι σίγουρος πως ευθύνεσαι για κάτι χωρίς να γνωρίζεις τι θα μπορούσε να είναι. Να σκέφτεσαι τις προηγούμενες μέρες, την κάθε ώρα ξεχωριστά. Κάτι που είπες, κάτι που έκανες, κάτι που ορίζει πως εσύ είσαι ο ένοχος και το γνωρίζεις όπως το γνωρίζουνε όλοι. Γιατί πλέον το νιώθεις. Είσαι ένοχος. Χωρίς δίκη, χωρίς καταδίκη. Μόνο από αυτή τη γενικευμένη κατάφαση στο βλέμμα των άλλων που τώρα σε περιγράφει. Ενοχος.
Να ανοίξω την τηλεόραση. Να ξεχαστώ απ’ όλα αυτά. Η ενοχή αλλιώς θα βαθαίνει μέχρι κάποιος να μου εξηγήσει. Να ξεχαστώ. Ανοίγεις την τηλεόραση. Μια τυχαία εκπομπή. Μα με το που ανοίγεις όλοι ξαφνικά σταματούν να μιλούν. Απότομα. Σαν να γνώριζαν πως θα τους επισκεφτείς και το είχανε κανονίσει. Δεν μιλούν. Μόνο στέκουν εκεί αμήχανα κοιτάζοντας δεξιά αριστερά. Κάποιες φορές τους ξεφεύγει ένα επικριτικό, σχεδόν θυμωμένο βλέμμα κοιτάζοντας προς την κάμερα, κοιτάζοντας προς εσένα. Αλλάζεις κανάλι. Πρόσωπα σε κοιτούν. Κι άλλα πρόσωπα. Αντρες και γυναίκες από κανάλι σε κανάλι κοιτούνε την κάμερα και μέσα από την οθόνη κοιτούνε εσένα. Και παρά τις προσπάθειες η τηλεόραση δεν κλείνει. Επικριτικές κεφαλές στο κέντρο του σπιτιού σου σε κοιτάζουν, παρακολουθούν τις κινήσεις σου, σκύβουν για να σε δουν καλύτερα, ενώ απομακρύνεσαι.
Τώρα είσαι κάτω από το τραπέζι. Τι είναι αυτό που έχεις κάνει; Δεν μπορείς να τους δεις μα ξέρεις πως αυτοί είναι εκεί και κοιτούν. Στις οθόνες, τους δρόμους, την ουρά του ταμείου. Προσπαθείς να ακούσεις.
