Το 1983, αν θυμάμαι καλά, όλη η Αθήνα, η Αθήνα δηλαδή που ενδιαφερόταν για το θέατρο -αλλά τότε ακόμα «η χυδαιότητα δεν είχε πετάξει εντελώς από πάνω της το προσωπείο της ευπρέπειας», όπως μου είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις κάποια στιγμή για άσχετο λόγο-και ο κόσμος ενδιαφερόταν πραγματικά για το τι θα ανέβαζε και πώς θα το ανέβαζε ο Δημήτρης Χορν, όλη η Αθήνα συζητούσε ότι ο Χορν επέστρεψε στο θέατρο έπειτα από δύο-τρία χρόνια και μάλιστα με τον «Αρχιμάστορα Σόλνες» του Ερρίκου Ιψεν. Αυτό δε που συζητιόταν πολύ ήταν πως δίπλα του, στον βασικό και σπουδαίο ρόλο της κοπέλας που γοητεύει τόσο πολύ τον ήρωα και τον οδηγεί στο απονενοημένο φινάλε, θα ήταν μια κοπέλα που δεν ήταν ηθοποιός. Λεγόταν Δέσποινα Γερουλάνου, της γνωστής μεγάλης οικογενείας, που δεν είχε ξαναπαίξει στο θέατρο ούτε είχε βγάλει κάποια δραματική σχολή. Χρόνια μετά ο Δημήτρης Χορν μού είχε πει πως δεν θα ανέβαζε αυτό το έργο ποτέ αν δεν έβρισκε μια κοπέλα με τόση γοητεία για να μπορεί να δικαιωθεί ο ρόλος, οι πράξεις και το φινάλε του. Και πραγματικά η Δέσποινα Γερουλάνου πάνω στη σκηνή του θεάτρου «Διονύσια» -τώρα το θέατρο λέγεται «Δημήτρης Χορν»- γοήτευσε όσους είχαμε την τύχη να δούμε αυτή την παράσταση. Πέρα από το συγκλονιστικό κύκνειο άσμα του Χορν πάνω στη σκηνή, ήταν και η παρουσία αυτού του κοριτσιού που σε αιχμαλώτιζε, που σε μάγευε με τη γοητεία της, τόσο που πραγματικά δικαίωνε και τον ήρωα και τις πράξεις και το φινάλε του…
Μετά πέρασαν τα χρόνια και κάποια στιγμή γνώρισα τη Δέσποινα Γερουλάνου. Την τελευταία φορά που τη συνάντησα ήταν πριν από ενάμιση χρόνο που μέσα στην πανδημία ήπιαμε έναν καφέ στην πλατεία Συντάγματος και μου μίλησε για τη συνεργασία της με τον Χορν για ένα βιβλίο που ετοίμαζα. Μου είπε καταπληκτικά πράγματα και μου εξήγησε γιατί ενώ προσπάθησε, στην πραγματικότητα το ίδιο το ξεκίνημά της την εμπόδιζε να συνεχίσει σε αυτόν τον χώρο και λογικό γιατί αν έχεις ξεκινήσει από την κορυφή μετά αρχίζεις να κάνεις αναπόφευκτες συγκρίσεις.
Μετά ασχολήθηκε με το Μουσείο Μπενάκη, που ίδρυσε και έφτιαξε και συνεχίζει να κρατά σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο η οικογένειά της, η οικογένεια που ξεκινά από τον Εμμανουήλ Μπενάκη, περνά στην Πηνελόπη Δέλτα και την οικογένεια Γερουλάνου, ουσιαστικά χρήσιμη και εργατική και μακριά από το αγριεμένο πλήθος και ήθος των χρόνων που πέρασαν από το ’83 έως σήμερα…
Η ομορφιά, η καλλιέργεια, η αγωγή, το χιούμορ, η αξιοπρέπεια της Δέσποινας Γερουλάνου θα μπορούσαν να ξεπεραστούν μόνο από την ασύγκριτη γοητεία της. Τη γοητεία ή την έχεις ή δεν την έχεις και σε εκείνη έδινε ένα ιδιαίτερο φως -πάνω και κάτω από τη σκηνή.
Και ξαφνικά προχθές, την Τρίτη, η Δέσποινα Γερουλάνου τυλίχθηκε με το φως που πάντα τη φώτιζε, πήγε ψηλά στον ουρανό και έγινε αστέρι και μας άφησε πιο φτωχούς. Η απουσία της γοητείας της -και όχι μόνο βέβαια της γοητείας της- είναι ήδη έντονη. Ας είναι καλά εκεί που πάει…
