Μνήμες της εισβολής στο Καπιτώλιο ξύπνησε η προτροπή του Ντόναλντ Τραμπ προς τους οπαδούς του να διαδηλώσουν προς υποστήριξή του, με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ να βρίσκεται σε δεινή θέση, καθώς καλείται να καταθέσει στην εισαγγελία της Νέας Υόρκης για την υπόθεση της Στόρμι Ντάνιελς, η οποία έχει καταθέσει ότι το 2016 έλαβε χρήματα για να μην αποκαλύψει τη σχέση τους.
Το ενδεχόμενο να διωχθεί ποινικά είναι ορατό, καθώς ο πρώην πρόεδρος εκλήθη να καταθέσει και χθες, Σάββατο, υποστήριξε ότι την Τρίτη θα συλληφθεί, καλώντας τους υποστηρικτές του να «σώσουν την Αμερική και να διαδηλώσουν». Το κάλεσμα αυτό έρχεται σε μια περίοδο που πληθαίνουν οι κατηγορίες εις βάρος του ως ενορχηστρωτή της βίαιης εισβολής στο Καπιτώλιο.
Σήμερα στελέχη των ρεπουμπλικανών έσπευσαν να στηρίξουν τον Ντόναλντ Τραμπ κάνοντας λόγο για «πολιτικές διώξεις», με πρώτο τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Κέβιν Μακάρθι, ο οποίος κατήγγειλε τον εισαγγελέα της πολιτείας της Νέας Υόρκης για το Μανχάταν Άλβιν Μπραγκ για “κατάχρηση εξουσίας”.
Ακόμη και ο πρώην αντιπρόεδρος Μάικ Πενς, ο οποίος πήρε αποστάσεις από τον Τραμπ μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021, εξέφρασε τη στήριξή του προς τον Ρεπουμπλικάνο. Οι διώξεις είναι «πολιτικά υποκινούμενες», εκτίμησε το πρώην δεξί χέρι του Τραμπ, ο οποίος έχει επίσης φιλοδοξίες για το 2024 οπότε φροντίζει την εικόνα του. Δήλωσε «συγχυσμένος» στην ιδέα ότι ένας πρώην πρόεδρος μπορεί να διωχθεί ποινικά από αυτόν τον εισαγγελέα, “την ώρα που ένα κύμα εγκληματικότητας” σαρώνει τη Νέα Υόρκη. «Οι Αμερικάνοι έχουν συνταγματικό δικαίωμα να συγκεντρώνονται ειρηνικά», τόνισε ο Πενς.
Οι Δημοκρατικοί από την πλευρά τους χαρακτήρισαν την υπεράσπιση του Πενς ανεύθυνη.
Ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ έθεσε «τις φιλοδοξίες του πάνω από το γενικό συμφέρον», «καταφερόμενος εναντίον των ενδεχόμενων κυρώσεων εις βάρος του Τραμπ και υπερασπιζόμενος την έκκληση σε διαδηλώσεις», έγραψε στο Twitter ο Άνταμ Σιφ, πρώην μέλος της κοινοβουλευτικής επιτροπής που είχε ερευνήσει την επίθεση στο Καπιτώλιο.
«Πρόκληση ασφαλείας»
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος για διαδήλωση», σημείωσε σήμερα η Δημοκρατική γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν. «Η δικαιοσύνη ενεργεί όπως θα έπρεπε, χωρίς φόβο ή προνόμια για κανέναν».
Χθες Σάββατο η πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι είχε χαρακτηρίσει την έκκληση του Τραμπ «επικίνδυνη».
«Θα είναι σημαντικό για τις δυνάμεις της τάξης να προσέξουν αυτές τις διαδηλώσεις και να διασφαλίσουν ότι δεν θα φτάσουν στο επίπεδο της βίας» της 6ης Ιανουαρίου, τόνισε σήμερα ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Αριζονα Μαρκ Κέλι, ο οποίος δήλωσε ανήσυχος για την κατάσταση.
Αρκετά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι οι τοπικές και ομοσπονδιακές αρχές ετοιμάζονται για το ενδεχόμενο να απαγγελθούν κατηγορίες εναντίον του Τραμπ, κάτι που θα αποδειχθεί πρόκληση για την ασφάλεια σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν διαδηλώσεις μπροστά από το δικαστήριο, είτε από οπαδούς είτε από αντιπάλους του πρώην προέδρου.
Ενδεχόμενη απαγγελία κατηγοριών, κάτι πρωτοφανές για πρώην πρόεδρο, αναπόφευκτα θα προκαλέσει πολιτική έκρηξη και θα σημαδέψει την προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2024.
Αν και, σύμφωνα με Αμερικανούς δημοσιογράφους, ο πρώην ένοικος του Λευκού Οίκου φοβάται για ενδεχόμενη σύλληψή του, οι ποινικές διώξεις ενδέχεται να τον ωφελήσουν συσπειρώνοντας τη βάση του.
«Ο εισαγγελέας της Νέας Υόρκης κάνει περισσότερα για να βοηθήσει τον Ντόναλντ Τραμπ να εκλεγεί πρόεδρος από οποιονδήποτε άλλο στις ΗΠΑ σήμερα», εκτίμησε χθες ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ, χαρακτηρίζοντας τις διώξεις «επιλεκτικές».
Οι ποινικές διώξεις «θα δημιουργήσουν πολλή συμπάθεια για τον πρώην πρόεδρο», σημείωσε ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης του Νιού Χάμσαϊρ Κρις Σουνούνου, ο οποίος προέβλεψε «ένα πολιτικό τσίρκο».
Η έρευνα της εισαγγελίας αφορά την καταβολή 130.000 δολαρίων στη Στόρμι Ντάνιελς – το πραγματικό όνομα της οποίας είναι Στέφανι Κλίφορντ– προκειμένου να μην αποκαλύψει τη σχέση της με τον Τραμπ. Τα χρήματα αυτά φέρεται να τα έλαβε το 2016, λίγο πριν τις προεδρικές εκλογές, στις οποίες κέρδισε ο Ρεπουμπλικάνος.
Η εισαγγελία της Νέας Υόρκης εκτιμά ότι επρόκειτο για δωροδοκία με στόχο να επηρεαστεί το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών, αποκρύπτοντας ντροπιαστικές πληροφορίες για τον Τραμπ, και κατά συνέπεια μια κρυμμένη δωρεά στην εκστρατεία του προέδρου, κατά παράβαση των νομοθεσιών περί εκλογικής χρηματοδότησης.
