Αρκετές και αξιόλογες συλλογές έργων σύγχρονης τέχνης έχουν δημιουργήσει τα τελευταία 30-40 χρόνια στην Ελλάδα οι συλλέκτες, ωστόσο έρχονται αντιμέτωποι με διλήμματα. Αν δημιουργήσουν ένα ιδιωτικό μουσείο, όπως είναι το όραμα των περισσοτέρων προκειμένου τα έργα της συλλογής να γίνουν προσιτά σε κοινό και ερευνητές, θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στο υψηλό κόστος της συντήρησής του; Και αν πάλι αποφασίσουν να κάνουν μια μεγάλη δωρεά έργων προς το Δημόσιο, θα γίνει αποδεκτή και με ποιους όρους;
Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει ο Βλάσης Φρυσίρας, γνωστός δικηγόρος -τελευταία και ζωγράφος!- ο οποίος δημιούργησε μια σημαντική συλλογή, με περισσότερα από 4.500 έργα, ζωγραφικής κυρίως και με ανθρωποκεντρική προσέγγιση, σύγχρονων καλλιτεχνών από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Μέρος της συλλογής του στεγάστηκε από το 2000 στο Μουσείο Φρυσίρα στην Πλάκα, που δραστηριοποιήθηκε με περιοδικές εκθέσεις, βραβεία, έκδοση καταλόγων κ.ά.
Ωστόσο μετά την οικονομική κρίση και το λοκντάουν της πανδημίας που οδήγησε σε αναγκαστική αναστολή λειτουργίας το Μουσείο Φρυσίρα, και ενώ το υπουργείο Πολιτισμού δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημά του να ενταχθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, ο συλλέκτης πήρε γενναίες αποφάσεις.
Πρώτο βήμα: πούλησε το ένα κτίριο του μουσείου, το υπέροχο νεοκλασικό στην οδό Μονής Αστερίου 3, στο Ιδρυμα Ωνάση που θα το αξιοποιήσει επίσης ως εκθεσιακό κέντρο (αναμένεται να εγκαινιαστεί, όπως μαθαίνουμε, με έκθεση για τον Γιαννούλη Χαλεπά). Κράτησε το άλλο κτίριο του μουσείου (Μονής Αστερίου 7) για την προβολή των έργων της συλλογής του: όταν με το καλό ανοίξει ξανά θα λειτουργεί δύο φορές την εβδομάδα με ελεύθερη είσοδο.
Δεύτερο βήμα: θέλησε να κάνει πράξη μια παλαιότερη επιθυμία του, τη δωρεά περίπου 150 έργων της συλλογής του σε κρατικό μουσείο και γι’ αυτό απευθύνθηκε πρώτα στην Εθνική Πινακοθήκη και στη συνέχεια στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Προς μεγάλη του έκπληξη τα δύο μεγάλα μουσεία απαξίωσαν την δωρεά του… με ευγένεια και με υπεκφυγές! Το μεν πρώτο από τον Ιανουάριο δεν έχει ακόμα απαντήσει πόσα και ποια από τα προτεινόμενα έργα αποδέχεται, ενώ το δεύτερο απέρριψε τη δωρεά στο σύνολό της.
Αραγε στις συλλογές τους δεν «ταιριάζουν» τα έργα της Συλλογής Φρυσίρα με τις υπογραφές των Jean Rustin, Vladimir Velickovic, Pat Andrea, Leonardo Cremonini, Andrea Martinelli, Paula Rego, Simon Pasieka, Milos Todorovic ή των Ανδρέα Κοντέλλη, Δημοσθένη Σκουλάκη, Χρύσας Ρωμανού, Τριαντάφυλλου Πατρασκίδη, Μάριου Σπηλιόπουλου, Αγγελου Αντωνόπουλου, Γιώργου Χαρβαλιά, Αλέξη Βερούκα, Στέλλας Καπεζάνου, Παντελή Χανδρή, Ηώς Αγγελή, Εδουάρδου Σακαγιάν, Μιχάλη Μανουσάκη, Μαριλένας Ζαμπούρα, Μαριγώς Κάσση και πολλών αλλων σημαντικών καλλιτεχνών; Ή μήπως υπάρχει κάποια πολιτική παρέμβαση για τη δωρεά, αναρωτιέται ο κ. Φρυσίρας, επειδή, όπως δηλώνει, έχει συγκρουστεί με το υπουργείο Πολιτισμού σε σχέση με την οικονομική υποστήριξη του μουσείου του;
Η Εθνική Πινακοθήκη σιωπά
«Οταν με την οικογένειά μου αποφασίσαμε να κάνουμε τη δωρεά, ως προτεραιότητα είχα την Εθνική Πινακοθήκη», μας λέει ο ίδιος περιγράφοντας τα γεγονότα. «Τον περασμένο Νοέμβριο συναντήθηκα με τη διευθύντρια, την κ. Συραγώ Τσιάρα, της είπα την πρότασή μου να παραχωρήσω άνευ ανταλλάγματος και χωρίς όρους, περίπου 70 έργα μεγάλης καλλιτεχνικής και χρηματιστηριακής αξίας δημιουργών από χώρες εκτός Ελλάδος, που καλύπτουν μια περίοδο από το 1950 μέχρι σήμερα. Αποτελούν ένα σύνολο που λείπει από τον εθνικό φορέα και θα συμπληρώσει τη συλλογή του ως προς τον τομέα αυτό.
Της παρέδωσα έναν φάκελο με φωτογραφίες και στοιχεία των έργων, ενώ της έδειξα και καταλόγους του μουσείου μου για να διαλέξει από ελληνική ζωγραφική. Συγκινήθηκε μπορώ να πω. Ωστόσο στη συνέχεια δεν είχα καμία απάντηση και δεν μπορούσα να τη βρω στο τηλέφωνο. Κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά… Κατέθεσα και με πρωτόκολλο την πρόταση και τέλος Ιανουαρίου μού απαντάει εγγράφως ότι «η Καλλιτεχνική Επιτροπή εξέτασε τη γενναιόδωρη πρότασή σας και αποφάνθηκε ότι θα ήταν προτιμότερο να περιέλθει στην κατοχή της Εθνικής Πινακοθήκης ένα μέρος των προτεινόμενων έργων, όσα συναρτώνται με το περιεχόμενο, την ιστορία και τις προοπτικές της συλλογής της». Επανήλθα ρωτώντας πόσα και ποια έργα έχει επιλέξει, πώς θα διαχειριστεί τη δωρεά και επίσης να μου γνωρίσει τη σύνθεση της Καλλιτεχνικής Επιτροπής, γιατί πληροφορήθηκα ότι δεν συμμετείχε κανένας ζωγράφος. Εκτοτε δεν έχω πάρει απάντηση…».
Το ΕΜΣΤ έχει «διαφορετική στόχευση»
Με παρότρυνση φίλων καλλιτεχνών ο γνωστός συλλέκτης απευθύνθηκε και στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και συνάντησε τη διευθύντριά του Κατερίνα Γρέγου τον περασμένο Φεβρουάριο, παραδίδοντας σχετικό φάκελο με την πρόταση δωρεάς 80 έργων σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών και 63 από άλλες χώρες της Ευρώπης.
Η απάντηση της διευθύντριας, που εξέτασε την πρόταση με την επιμελητική ομάδα, ήταν εντελώς αρνητική, καθώς το ΕΜΣΤ πρέπει να διατηρήσει μια «ξεκάθαρη καλλιτεχνική ταυτότητα σύμφωνα με την πολιτική της συλλογής του» και «η πολιτική εμπλουτισμού της συλλογής του Μουσείου θα ακολουθήσει με συνέπεια μια διαφορετική στόχευση από αυτήν που διαφαίνεται στα έργα που μας προτείνετε», όπως αναφέρει. Ενώ ξεκαθαρίζει η κ. Γρέγου ότι «αυτή η απορριπτική απάντηση δεν έρχεται ως υποτίμηση του έργου των καλλιτεχνών που προτείνετε, αλλά ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής συλλογών που σκοπεύω να υπηρετήσω με συνέπεια με απώτερο σκοπό να αναπτυχθεί πλήρως ο χαρακτήρας και η δυναμική της συλλογής του ΕΜΣΤ».
Εδώ ο κ. Φρυσίρας έρχεται να υπενθυμίσει πως «η διευθύντρια του ΕΜΣΤ είναι επικεφαλής με συγκεκριμένη θητεία» και πως «η συλλογή ενός κρατικού μουσείου δεν μπορεί να λογίζεται ως προσωπικό όραμα ενός ανθρώπου», ενώ σχολιάζει για το ΕΜΣΤ πως «ο ρόλος του είναι να παρακολουθεί, να συστηματοποιεί και να προβάλλει όλες τις τρέχουσες τάσεις και εξελίξεις στον χώρο των εικαστικών τεχνών καλύπτοντας και το αντίστοιχο κενό για τις προηγούμενες δεκαετίες, ώστε να αποτυπώνονται στην πληρότητά τους αυτές οι εξελίξεις. Αρα ο όρος «σύγχρονος» στον τίτλο του δεν αποτελεί όχημα αποκλεισμού συγκεκριμένων μορφών εικαστικής έκφρασης, επειδή δεν αρέσουν σε συγκεκριμένη ομάδα θεωρητικών και επιμελητών».
Επισημαίνει επίσης πως «η αρνητική απάντηση οφείλει να εξηγεί γιατί απορρίπτει τη δωρεά μιας ζωγραφικής συλλογής. Επειδή τη θεωρεί «μη σύγχρονη» και τι σημαίνει τάχα μου αξιολογικά αυτό; Εκτός αν θέτει κάποια κριτήρια περί ζωγραφικής τα οποία θεωρεί ότι δεν πληρούνται και για τα οποία οφείλει το ΕΜΣΤ να μιλήσει ανοιχτά και να κριθεί αντίστοιχα. Τα υπόλοιπα ακούγονται εκ του πονηρού και ως υπεκφυγές». Και καταλήγει: «Απ’ ό,τι γνωρίζω το ΕΜΣΤ έχει αποδεχτεί εκατοντάδες έργα ζωγραφικής που βρίσκονται στις συλλογές του. Γιατί δεν έχουν θέση τα έργα που προσφέρει το Μουσείο Φρυσίρα; Είναι μήπως υποδεέστερα; Το ερώτημα είναι αναπάντητο».
