Στις θορυβώδεις συνελεύσεις των συνεταιριστών, εδώ, στην «Εφημερίδα των Συντακτών», ήταν ο άνθρωπος που όταν έπαιρνε τον λόγο η ένταση μειωνόταν, τα πνεύματα ηρεμούσαν και η συνέχιση των αντεγκλήσεων ήταν ήπια και εποικοδομητική. Ήταν ο Περικλής Κοροβέσης βεβαίως, ο οποίος -ποιος να το πιστέψει- δεν είναι πια μαζί μας εδώ και τρία χρόνια -άφησε την τελευταία του πνοή στις 11 Απριλίου 2020.
Λείπει σε όλους μας ο Περικλής, και όχι μόνο στους συναδέλφους του αλλά και σε πολλούς Έλληνες, ακριβώς γιατί ήταν ένας από τους πολλούς κοινούς ανθρώπους, ενάντια σε τιμές και αξιώματα και δόξες, σταθερός έως την τελευταία του ημέρα σε αξίες που τιμούν και δοξάζουν την έννοια άνθρωπος.
Ναι, αυτό ήταν, πάνω απ’ όλα: Άνθρωπος. Ένας τρυφερός επαναστάτης, λάτρης των γυναικών, των ποτών, των φίλων, των κοινωνικών κινημάτων, έχοντας ταυτίσει μέσα του έρωτα και επανάσταση. Ένας εξεγερμένος και εξεγερτικός ταυτοχρόνως, που συνδύαζε περιπαθώς ύλη και πνεύμα. Ένας αιώνιος έφηβος, μειλίχιος και ατίθασος την ίδια στιγμή, ονειροπόλος και υλιστής, ένας γοητευτικός αντιφατικός, που «κατάπιε» τη ζωή και ας κυνηγήθηκε από το επίσημο κράτος και ας βασανίστηκε -εκεί αυτός: στην πρώτη γραμμή στον αγώνα κατά της χούντας, ήταν εξάλλου από τους πρώτους που κατήγγειλε στο Συμβούλιο της Ευρώπης τα βασανιστήρια της χούντας, πριονίζοντας το γελοίο, αλλά τόσο απάνθρωπο, κρηπίδωμά της. Ένας «άστεγος» της Αριστεράς και ας βρέθηκε για λίγο στα βουλευτικά έδρανα με ένα κομμάτι της, από τα οποία όμως και απεχώρησε διότι δεν χωρούσε σε καλούπια.
Μένουν πίσω βεβαίως τα βιβλία του. Οι «Ανθρωποφύλακες» έχουν πάρει τη θέση τους στην παγκόσμια γραμματεία για συγγράμματα εναντίον των τυραννικών καθεστώτων και την απογύμνωσή τους από δήθεν δημοκρατικούς μανδύες, τα θεατρικά του παίζονται ακόμη στη χώρα, οι νουβέλες και άρθρα του εξακολουθούν να αφυπνίζουν και να ανοίγουν νέους δρόμους στον δύσκολο δρόμο της αμφισβήτησης και της επαγρύπνησης, της απόκτησης πολιτικής συνείδησης, της επέκτασης των κοινωνικών κινημάτων, της κατάκτησης του ενεργού πολίτη.
Σε εμάς βέβαια, μένει η αύρα του, το ήθος του, ο χορός του και το τραγούδι του [παρότι φάλτσος…]. Για εμάς είναι ακόμη εδώ…
