ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο διαδοχικές συναυλίες αποκλειστικά με έργα Μπετόβεν πρόσφεραν τα σύνολα «Τα έγχορδα του Φεστιβάλ Λουκέρνης» και «Ορχήστρα του Φλωρεντινού Μάη», όταν συνδύασαν αντιστοίχως το «Τρίτο κοντσέρτο» με την «Τρίτη Συμφωνία, Ηρωική» και το «Τέταρτο κοντσέρτο για πιάνο» με την «Τέταρτη Συμφωνία». Η συναυλία που έδωσε το ελβετικό σύνολο «Τα έγχορδα του Φεστιβάλ της Λουκέρνης» στο κατάμεστο κρατικό Μέγαρο Μουσικής στις 18/2/2023 υπήρξε από κάθε άποψη εξαιρετική, γι’ αυτό και ανεπιφύλακτα απολαυστική. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρισκόταν αφ’ ενός το γεγονός ότι το σύνολο αυτό παίζει υπό την καθοδήγηση του εξάρχοντός του Ντάνιελ Ντοντς (άρα, ουσιαστικά, δίχως αρχιμουσικό) και, βεβαίως, η συμμετοχή της Μαρίας Ζοάο Πίρες.

Δίχως ίχνος κάμψης τεχνικών δυνατοτήτων/επιδόσεων, ούτε ύφεση στη ζωντάνια της έκφρασης, η 78χρονη Πορτογαλέζα πιανίστρια πρόσφερε μια υποδειγματικά κλασική ερμηνεία καθαρών και ισορροπημένων διατυπώσεων. Η ανάγνωσή της αναπροσέγγισε το πνεύμα του Μπετόβεν δίχως στόμφο ή μεγαλοστομία, με απλότητα, αμεσότητα και συγκινησιακή ειλικρίνεια. Το παίξιμό της υπήρξε νεανικά κινητικό και ανάλαφρο αλλά όπου έπρεπε στιβαρό, ακριβές αλλά και ευαίσθητο, αρθρωμένο με σαφήνεια και ζυγιασμένη ανάδειξη λεπτομερειών, εσωτερικά ενεργό χάρη στην εκφραστικά πλήρη και αβίαστη διαλεκτική ανάμεσα στα όσα έπαιζαν τα δύο χέρια. Η συγκινητική ερμηνεία της έγινε δεκτή από το αθηναϊκό κοινό με παρατεταμένο θερμό χειροκρότημα. Το πρόγραμμα περιέλαβε επίσης την «Εισαγωγή Κοριολανός» και τη «Συμφωνία αρ.3, Ηρωική».

Το 37μελές σύνολο –που υπό τον Ντοντς επεκτάθηκε, αποκτώντας επίσης πνευστά και κρουστά– πρόσφερε μια θαυμάσια ερμηνεία, η οποία συνδύασε πειστικά τα διδάγματα της ιστορικής ερμηνευτικής με τον ήχο των σύγχρονων οργάνων και, επιπλέον, διέθετε την εκτελεστική αμεσότητα μουσικής δωματίου. Το ακρόαμα χαρακτηρίστηκε από κινητικότητα και μεθυστική ζωντάνια, οξύτητα, ζέση και σβελτάδα που άγγιζαν τη βία, συναρπαστικό ωστικό παλμό και, γενικώς, σφαιρική εκφραστική πληρότητα. Επιπλέον, χάρη στη «στερεοφωνική» διάταξη των εγχόρδων και τις εξαίρετες, επιμέρους συνεισφορές των ξύλινων πνευστών, ο συμφωνικός ήχος διέθετε τονισμένη διαφάνεια που ενίσχυσε περαιτέρω εκφραστικά τη διαλεκτική των εσωτερικών φωνών.

Δύο εβδομάδες αργότερα, την 1η/3/2023, στην ίδια, ομοίως κατάμεστη αίθουσα, η «Ορχήστρα του Φλωρεντινού Μάη» υπό τον Ντανιέλε Γκάτι παρουσίασε το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.4» με σολίστα τον Ρούντολφ Μπούχμπιντερ, και τη «Συμφωνία αρ.4». Αυτή τη φορά οι εντυπώσεις υπήρξαν αρκετά διαφορετικές, τείνοντας προς το δίχως επερώτηση συμβατικό, κάτι στο οποίο συνέτεινε ιδιαίτερα η εκ του ασφαλούς διεύθυνση του Ιταλού αρχιμουσικού.

Ο 76χρονος Αυστριακός πιανίστας έπαιξε έναν Μπετόβεν ταιριαστά στιβαρό, σχεδόν ρομαντικό, διαποτισμένο με αρρενωπό λυρισμό, αρθρωμένο δίχως έκδηλη βιασύνη με υπογραμμισμένη σαφήνεια. Καθαρό, ωραία οργανωμένα συντακτικό, άρθρωση αιχμηρή, αριστοτεχνικός αλλά έλλογος χειρισμός της χροιάς του ήχου (απαλά, μαλακά, σκληρά, με οξύτητα κ.λπ.) στην υπηρεσία της συννεφιασμένης δραματουργίας του συγκεκριμένου κοντσέρτου όρισαν μιαν εκτέλεση που –παρά την κάπως αδιάφορη διεύθυνση του Γκάτι– κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον και ενθουσίασε το ακροατήριο.

Ως αντίδωρο στο θερμό, επίμονο χειροκρότημα του αθηναϊκού κοινού, ο Μπούχμπιντερ πρόσφερε μιαν υπέροχη ερμηνεία του τελευταίου από τους «Τέσσερις Αυτοσχεδιασμούς, D 899» του Σούμπερτ. Οι ερμηνείες της «Συμφωνίας αρ.4», όπως και των τεσσάρων έργων γαλλικής μουσικής των Φορέ, Σεν-Σανς, Ντεμπισί και Ραβέλ, που ακούστηκαν την επόμενη μέρα, 2/3/2023, χαρακτηρίστηκαν από υψηλή ποιότητα συμφωνικού ήχου εμπλουτισμένη με θαυμάσιες σολιστικές συνεισφορές από τα πνευστά, ωστόσο και πάλι η απόδοση της μουσικής δραματουργίας πρόβαλε μάλλον αμέτοχη, εκ του ασφαλούς και, εν τέλει, κάπως αδιάφορη.

Ξεχώρισε ασυζητητί η θαυμάσια ερμηνεία του «Κοντσέρτου για τσέλο αρ.1» του Σεν-Σανς από τον βετεράνο Αντόνιο Μενέσες. Ο 65χρονος Βραζιλιάνος τσελίστας μάς χάρισε μια μοναδικά μελωδική, σαγηνευτικά ρευστής φραστικής, κατανυκτικά λυρική ανάγνωση. Η εκτέλεση δόθηκε με αριστοτεχνικά πτητικό ήχο, νηφάλιο παλμό και τελειοθηρικά φροντισμένο φινίρισμα, αλλά και δίχως να χάνει νότα στις όχι λίγες, άκρως απαιτητικές εξάρσεις δεξιοτεχνίας που προβλέπει ο συνθέτης. Ενας σολίστας που θα άξιζε –και πολύ θα θέλαμε!– να ακούγαμε σε μείζονα κοντσέρτα για τσέλο, όπως αυτά του Ντβόρζακ ή του Ελγκαρ…