Μετά από αυτό που έγινε στα Τέμπη, έλεγε μια φίλη, τίποτε δεν είναι πια για μένα το ίδιο: η εικόνα μου για τον κόσμο, για τον ίδιο τον εαυτό μου, οι σκέψεις, τα αισθήματα και τα σχέδιά μου.
Τα λόγια της αυτά ειπώθηκαν με συναισθηματική φόρτιση, ένα εικοσιτετράωρο πριν η «νέα» αμαξοστοιχία Αθηνών- Θεσσαλονίκης επαναλάβει το δρομολόγιο που είχε οδηγήσει σε αυτό που αποκαλούν οι πιο πολλοί «έγκλημα των Τεμπών». Κινούμενη στις ίδιες ράγες, κάνοντας τους ίδιους σταθμούς, με έναν ακόμη αρμόδιο υπουργό που η παρουσία του αποτελούσε την εγγύηση ότι η επανάληψη του δρομολογίου ήταν πλέον ασφαλής.
Υπάρχουν γεγονότα όπως το Ολοκαύτωμα που θεωρούνται μοναδικά στη θηριωδία τους. (Η Σιμόν Βέιλ σε ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε πρόσφατα στο Μουσείο Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης μάς θύμισε ότι από τα έξι εκατομμύρια που εξολόθρευσαν οι ναζί το ενάμισι ήταν παιδιά).
Το πιο σημαντικό ωστόσο ίσως δεν είναι το αν το Ολοκαύτωμα είναι συγκρίσιμο με τη μακρά λιτανεία εθνοκαθάρσεων και άλλων σφαγών που ο κόσμος γνώρισε και συνεχίζει να γνωρίζει. Αλλά ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο μιας τέτοιας επανάληψης που θεωρείται αδιανόητη.
Γιατί οι άνθρωποι ρέπουν προς επαναλήψεις που άλλοτε είναι ψυχαναγκαστικές και εσφαλμένες, άλλοτε όμως εγκληματικές. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία ανήκει η επανάληψη της ναζιστικής ρητορικής και πρακτικής, με ή χωρίς λεοντή, ανά τον κόσμο και στην ίδια την Ελλάδα.
Αλλά και η εν γένει αλληλεγγύη των λαών απέναντι στο τρομακτικό δεν εγγυάται τη μόνιμη εξάλειψη των απειλών. Παράδειγμα τα όσα ξανακούμε ίδια και απαράλλαχτα από τα μέχρι προ ολίγου ευγνώμονα γειτονικά χείλη σχετικά με τα νησιά που παράνομα κατέχει, υποτίθεται, η Ελλάδα.
Υπάρχει ένα σταθερό στοιχείο στον πυρήνα του προσωπικού ή του συλλογικού γεγονότος -είτε πρόκειται για πόλεμο, είτε για καταστροφή ή αρρώστια- που χαρακτηρίζεται ως σοκ.
Οπως και το ηλεκτροσόκ που, χωρίς ακόμα να έχει εκλείψει, κυριαρχούσε ως δήθεν θεραπεία στα ψυχιατρεία, το σοκ δεν οδηγεί μόνον όποιον το υφίσταται στη σωματική κατάρρευση. Τον αδειάζει επίσης από συναίσθημα και μνήμη. Στο επίπεδο της ιστορικής μνήμης, ξεχαρβαλώνει τη σημαίνουσα σειρά διαδοχής των γεγονότων απομονώνοντας αυτό που βιώνεται ως «σοκαριστικό» και καταργώντας έτσι τη δυνατότητα ερμηνείας και κατανόησής του.
Η μακρά σειρά γεγονότων και αιτίων πίσω από τα Τέμπη μπορεί να μη βγει ποτέ στο φως ή να υποχωρήσει ξανά στο σκοτάδι. Από συμφέρον είτε από παγιωμένη συνήθεια, ιδιαίτερα κυρίαρχη όχι μόνο στα Μέσα και όχι μόνο στο όνομα του επόμενου τρομακτικού, γιατί, αντίθετα προς τα λεγόμενα σε επετείους και νεκρολογίες, ο άνθρωπος ξεχνά. Κυρίως αυτά που δεν πρέπει να ξεχάσει. Με την έννοια αυτή ο αγώνας για μια καλύτερη μέρα είναι αγώνας ενάντια στη λήθη.
