Υπάρχουν κοινότητες μεταναστών στην Ελλάδα; Υπάρχει αλβανική κοινότητα στην Ελλάδα; Τι έχουμε κατά νου όταν χρησιμοποιούμε την έννοια κοινότητα; Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η έννοια της κοινότητας έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις, ώστε ως όρος εμφανίζεται συχνά στον λόγο που εκφέρεται από κινηματικούς κύκλους και ειδικά από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, από τους ίδιους τους μετανάστες, από μίντια και πολιτικά κόμματα.
Τις τελευταίες δεκαετίες και σε όλα σχεδόν τα πεδία φαίνεται σε επίπεδο πολιτικού λόγου να υπάρχει μια έντονη επιστροφή της έννοιας κοινότητα. Ωστόσο δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η επιστροφή της κοινότητας, της κοινωνίας των πολιτών και των Μ.Κ.Ο. είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την απόσυρση του «κοινωνικού κράτους» και την κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού. Επιπλέον διαμορφώνεται και η αντίληψη περί κοινωνικής ευθύνης, που αφήνει το κράτος στο απυρόβλητο: βάσει αυτής η κοινότητα είναι εκείνη που (οφείλει να) αντιμετωπίζει τα προβλήματα που βιώνει ένας/μια μετανάστης/στρια. Είναι εύλογο ότι μια τέτοια προσέγγιση επιδρά αρνητικά στη συγκρότηση του μεταναστευτικού κινήματος, εκτρέποντάς το καταστατικά από τη διεκδίκηση στη συνδιαχείριση – με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Συνήθως η έννοια συνδέεται συνειρμικά με το σύνολο των προσώπων μιας εθνοτικής ομάδας που ζει στην ελληνική επικράτεια. Δηλαδή ένας Πακιστανός ή Αλβανός, που ζει και εργάζεται στην Κρήτη, φέρεται να ανήκει σε εκείνη την κοινότητα που συμπεριλαμβάνει Πακιστανούς ή Αλβανούς που διαβιούν σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας.
Το ερώτημα είναι τι είναι αυτό που τους δένει μεταξύ τους. Πρόκειται για την κοινή καταγωγή, τη θρησκεία, τις πολιτισμικές αξίες και τα έθιμα; Ή μοναδικό ενοποιητικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως Πακιστανούς ή Αλβανούς, μέλη μίας εθνικής κοινότητας; Μήπως η ένταξή τους σε αυτήν τη φαντασιακή πολιτική κοινότητα, όπως υποστήριζε ο Benedict Richard O’Gorman Anderson στο «Imagined Communities», είναι το μόνο νήμα που τους συνδέει τόσο μαζί της όσο και μεταξύ τους;
Η επιδίωξη απάντησης στα παραπάνω ερωτήματα παραπέμπει σε μια συνολικότερη θέαση του μεταναστευτικού· ωστόσο αυτή καθεαυτή η διατύπωσή τους συνδέεται με έναν πολύ συγκεκριμένο προβληματισμό γύρω από το αν υπάρχει μεταναστευτικό κίνημα στην Ελλάδα, και θέτει το ζήτημα αυτό από την οπτική του προτάγματος, της πλαισίωσης, της οργάνωσης, της έκφρασης των δομών και των χαρακτηριστικών που αυτό έχει.
Με δεδομένη την παραπάνω προβληματική, η διαδήλωση που οργανώθηκε από αλβανικές συλλογικότητες στις 19 Φεβρουαρίου στην πλατεία Ομονοίας και εξελίχθηκε σε πορεία προς τη Βουλή αποτέλεσε την αφορμή για μια δημόσια συζήτηση. Και η συζήτηση αυτή έφερε με τη σειρά της στην επιφάνεια την ανάγκη να στοχαστούμε πάνω σε συγκεκριμένες παθογένειες που λανθάνουν στην πολιτική ζωή τόσο της αλβανικής μετανάστευσης στην Ελλάδα όσο και της μετανάστευσης εν γένει σε σχέση με την έννοια της κοινότητας.
Αρχικά ας ξεκαθαρίσουμε ότι, μολονότι οι απόψεις γύρω από το πώς ορίζεται η κοινότητα διίστανται, φαίνεται ότι οι μελετητές συμφωνούν σε κάποιες βασικές παραμέτρους που μας δίνουν και τους κοινούς παρονομαστές: η συνύπαρξη με όρους κοινωνίας και συνακόλουθα η διαδραστικότητα που τη διέπει γεννούν κοινούς δεσμούς σε μια περιοχή που ορίζεται γεωγραφικά. Αυτά τα στοιχεία βρίσκονται σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Παρ’ όλο που ο Robert Redfield εδώ και περίπου εξήντα χρόνια πριν έθεσε τις βάσεις για τον ορισμό της κοινότητας (κυρίως των «πρωτόγονων» κοινοτήτων), φαίνεται ότι ο ορισμός που έδωσε αντέχει στο πέρασμα των χρόνων.
Την αντιλαμβάνεται ως ένα μικρό σχήμα μίας κοινωνικής κλίμακας, με ομοιογένεια δραστηριοτήτων και νοοτροπιών των μελών, που τους διακατέχει μια ορισμένη συνείδηση διακριτότητας από τις άλλες κοινότητες καθώς και η αυτάρκεια σε ένα ευρύ φάσμα αναγκών.
Ωστόσο, η ανάπτυξη των πόλεων οδήγησε πολλές κοινότητες –πολιτισμικές και γλωσσικές– να συναντιούνται και να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, γεγονός που έδωσε ώθηση στη γειτνίαση με τους άλλους και στην υιοθέτηση διαφορετικών τρόπων ζωής. Συνήθως η αυτοεπίγνωση της κοινότητας εξαρτάται από τη συνείδηση των ορίων. Η κοινότητα φαίνεται να είναι μια τμηματική συγκέντρωση ανθρώπων που διατηρεί την ποικιλομορφία και εκφράζει κοινά στοιχεία, με άλλα λόγια αντιπροσωπεύει το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο οι άνθρωποι λένε ότι ανήκουν περισσότερο, σύμφωνα με τον Anthony Cohen.
Επομένως, όταν αναφερόμαστε σε μετανάστες στον αστικό ιστό ή και στην ύπαιθρο, μας λείπουν πολλά στοιχεία, εάν πρόκειται να εκφράσουμε με πεποίθηση την αντίληψη ότι μιλάμε για κοινότητες. Ακόμη και σε συνθήκες γκέτο δεν είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να κάνουμε χρήση του όρου. Η επέλαση του καπιταλισμού και η εδραίωση μιας ζωής υπό την κυριαρχία του καταμερισμού της εργασίας οδηγούν στην άμβλυνση των ορίων των παραδοσιακών κοινοτήτων.
Σήμερα στην Αθήνα ίσως θα ξεχώριζε μια εθνοτική ομάδα Πακιστανών μεταναστών που συνιστά κοινότητα. Τα άτομα-μέλη της μένουν στην περιοχή της Νέας Ιωνίας, εντός αστικού ιστού, και εκεί οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, έχουν τον δικό τους χώρο προσευχής και εντός αυτού συναναστρέφονται μεταξύ τους, προωθούν σχέσεις αλληλεγγύης και σχεδόν καθολικά συμμετέχουν από κοινού σε θρησκευτικές γιορτές.
Σχετικά όμως με τη μετανάστευση από την Αλβανία αξίζει να επισημανθούν κάποιες ιδιαιτερότητες που ενδεχομένως εμφανίζονται –λιγότερο ή περισσότερο–και σε άλλες ομάδες μεταναστών. Οι ιδιαιτερότητες αυτές μας ωθούν να σχηματίσουμε την αντίληψη ότι δεν πρόκειται για κοινότητα αλλά για μετανάστες στην Ελλάδα. Θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε μια συνοπτική παρουσίαση αυτών των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών.
Οι Αλβανοί/ες στα πρώτα τους βήματα διαχύθηκαν σε όλη την ελληνική επικράτεια ως άτομα και μικρές ομάδες και στη συνέχεια, κατά τη διαδικασία της εγκατάστασης, βασίστηκαν στα δικά τους προσωπικά, φιλικά και συγγενικά δίκτυα. Κρίσιμος παράγοντας είναι και η απουσία θρησκευτικού στοιχείου – στην καλύτερη περίπτωση παρέμενε τουλάχιστον ανεπαίσθητο και μη διακριτό. Σε άλλες περιπτώσεις ένα πρόδηλο θρησκευτικό συναίσθημα θα ενίσχυε αρκετά τόσο την αίσθηση του ανήκειν σε μία κοινότητα όσο και τη δυνατότητα διατήρησης της συλλογικής ταυτότητας.
Σε ό,τι αφορά τη γλώσσα, τα πρώτα δέκα χρόνια οι Αλβανοί είχαν πέσει σε γλωσσική «αμνησία». Στη συνέχεια μπαίνει στη ζωή μας το διαδίκτυο, η δορυφορική τηλεόραση και οι αλβανικές εφημερίδες από τις αρχές του 2000, παράγοντες που έκαναν εφικτή την επαναφορά της χρήσης της γλώσσας στην ιδιωτική και στη δημόσια σφαίρα – αλλά και νωρίτερα είχαν αρχίσει από εθελοντές Αλβανούς μετανάστες/εκπαιδευτές μαθήματα εκμάθησης και διαφύλαξης της μητρικής γλώσσας.
Οι Αλβανοί, πολυάριθμοι και διαχυμένοι σε όλη την ελληνική επικράτεια, «αδυνατούσαν» να συγκροτήσουν μια μεγάλη και ενιαία κοινότητα με μια βασική εκπροσώπηση, ή, για την ακρίβεια, απέφευγαν μια τέτοια προσπάθεια επειδή κάτι τέτοιο θα τους επανάφερε στην πρότερη κατάσταση ζωής, δηλαδή στην πριν «την πτώση» Αλβανία, όταν το υποκείμενο εγκαλούνταν και υποτασσόταν στην τότε η κομματική ιδεολογία, στο κεντρικό Υποκείμενο – με αλτουσεριανούς όρους. Έτσι, επιδίωκαν να έρθουν σε ρήξη με τη λογική της ομοιογένειας του συλλογικού υποκειμένου, του συλλογικού εκπροσώπου όλων των Αλβανών στην Ελλάδα.
Ουσιαστικά, για τη συγκρότηση μιας τέτοιας εκπροσώπησης έγιναν μόνο δύο απόπειρες με τη συμμετοχή πολλών ομάδων και συλλογικοτήτων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα: καθεμιά τους ήθελε να διατηρήσει την αυτονομία της, τη δική της ανεξάρτητη φωνή, και οι συζητήσεις ήταν έντονες κάθε φορά που γινόταν αναφορά στο θέμα επιλογής ηγεσίας. Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις υπήρξε διάθεση συντονισμού δράσεων και δραστηριοτήτων πάνω σε συγκεκριμένα θέματα. Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι έδωσαν προτεραιότητα σε μικρές διατοπικές συσσωματώσεις προκειμένου να εκφραστούν και οργανωθούν συλλογικά σε μικροκλίμακα.
Στο θέμα της συλλογικής αντίστασης και των κινητοποιήσεων αξίζει να αναφερθεί ότι η αλβανική μετανάστευση εμφανίζει από νωρίς μια θεμελιώδη ιδιαιτερότητα: εκφράζονται διεκδικητικές φωνές από μια νεολαία που, έχοντας ενστερνιστεί ταξικές και ουμανιστικές κοσμοαντιλήψεις, υιοθετεί πρακτικές και δράσεις με αντιστάσεις συλλογικού χαρακτήρα σε αντιπαράθεση και (εν τέλει) ρήξη με τις κρατικές πολιτικές, τη διαδικασία νομιμοποίησης, την αστυνομική βία, τον κοινωνικό και θεσμικό ρατσισμό.
Είναι η περίοδος που οι κοινωνικές προκαταλήψεις, οι πολλαπλοί ρατσισμοί απέναντι στους Αλβανούς ανθούν, και για αυτό γίνεται αναγκαίο να βγουν στο προσκήνιο πολιτικές δυνάμεις που στοχεύουν προς αυτή την κατεύθυνση. Οι συλλογικότητες αυτές, δικτυωμένες μεταξύ τους σε βασικές πόλεις της Ελλάδας, κάνουν την υπέρβαση και αποκτούν μια πολιτική φωνή συσπειρωμένη γύρω από ένα συλλογικό υποκείμενο με κοινά εθνικά χαρακτηριστικά αλλά και με έντονη την ταξικότητα που αναπτύσσεται στη μεταναστευτική συνθήκη.
Όταν ξεκίνησαν να οργανώνονται, συναντήθηκαν και με τμήματα της ελληνικής εργατικής τάξης που προωθούσαν ταξικές και κοινωνικές αντιστάσεις. Άρχισαν να ξεπροβάλουν διεκδικήσεις στους χώρους εργασίας – όλα ενταγμένα στον αγώνα για την υπεράσπιση της ατομικής και συλλογικής αξιοπρέπειας. Το προανάκρουσμα αυτών των διεργασιών φτάνει πολύ πίσω, γύρω στα 1994-1995, όταν ακόμα δεν είχε ξεκινήσει η διαδικασία της νομιμοποίησης.
Έτσι, νεολαίοι, αγόρια και κορίτσια αλβανικής καταγωγής, έκαναν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους τις μέρες του Πολυτεχνείου: στην πορεία του 1996 για τη μνήμη της φοιτητικής εξέγερσης του 1973 κατέβασαν πανό από κοινού με άλλους Αλβανούς μετανάστες/στριες, που είχαν ήδη έρθει σε επαφή με ελληνικές πολιτικές ομάδες. Ήταν τα ίδια αυτά παιδιά που σήκωσαν το βάρος του πογκρόμ του 2004 με αφορμή τον ποδοσφαιρικό αγώνα Αλβανίας-Ελλάδας, έκαναν ορατή τη δολοφονία του Gramoz Palushi στη Ζάκυνθο αλλά και προώθησαν τη συσπείρωση ενάντια στις δολοφονίες μεταναστών και της φασιστικής βίας.
Το διακύβευμα για αυτά τα παιδιά ήταν η συνάντηση της δικής τους αντίστασης με τα ευρύτερα, πολιτικά οργανωμένα, κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να συμπράξουν μαζί τους με κοινές δράσεις στο πεδίο του αγώνα. Κάτι τέτοιο προϋπέθετε την πολιτική και οργανωτική τους αυτονομία από ελληνικές πολιτικές οργανώσεις, ομάδες ή κόμματα, εφόσον θεωρούσαν ότι η δράση τους για να έχει νόημα και βαρύτητα θα έπρεπε να εκπορεύεται από τα ίδια τα μεταναστευτικά υποκείμενα.
Ίσως η πρώτη προκήρυξη γραμμένη από Αλβανούς μετανάστες/στριες ήταν αυτή που μοιράστηκε το 1996, στις μέρες του Πολυτεχνείου, με την οποία συν τοις άλλοις απαιτούσαν τη νομιμοποίηση των μεταναστών, καταδίκαζαν τις επιχειρήσεις «σκούπα» και τις απελάσεις, έκαναν λόγο για θεσμική κατοχύρωση ίσων δικαιωμάτων και έβαζαν το θέμα της διαφύλαξης και της διάδοσης της αλβανικής γλώσσας στα παιδιά των μεταναστών που μεγάλωναν πια στην Ελλάδα.
Εκδηλώθηκαν, βέβαια, οργανωτικές προσπάθειες και από ένα κομμάτι της αλβανικής μετανάστευσης διαπνεόμενης περισσότερο από το πολιτισμικό στοιχείο και συσπειρωμένης γύρω από την εθνική ταυτότητα, την προώθηση και τη διαφύλαξή της ως συλλογικής ταυτότητας. Ωστόσο κατά καιρούς και ανάλογα με τις περιστάσεις έθετε ζητήματα νομιμοποίησης, κοινωνικών δικαιωμάτων και εργατικών διεκδικήσεων. Στην καλύτερη περίπτωση δημιουργήθηκαν πολλοί μεταναστευτικοί σύλλογοι, των οποίων η οργανωτική συνάρθρωση, τα δομικά χαρακτηριστικά και οι συγκροτητικές τους διαδικασίες –αν μελετηθούν επαρκώς– αποκαλύπτουν μια φυσιογνωμία περισσότερο πολιτιστική παρά κοινωνικοπολιτική.
Με άλλα λόγια, οι ομαδοποιήσεις που εμφανίστηκαν –ως επί το πλείστον στην Αθήνα– στηρίχθηκαν στο στοιχείο της εντοπιότητας και εξακολουθούν να λειτουργούν με σημείο αναφοράς τον τόπο καταγωγής, «τον τόπο» τους. Ουσιαστικά μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια τάση μίμησης ανάλογων ελληνικών συλλόγων στην Αθήνα με κριτήριο τον τόπο καταγωγής. Η συλλογική οργάνωσή τους, παρά τις επιμέρους προσπάθειες που καταβλήθηκαν, δεν έφτασε να χαρακτηρίζεται από τέτοια μαζικότητα, ώστε να παρουσιάζονται και ως συλλογικό σώμα. Αυτό που έλειπε από αυτό το κομμάτι σε αντίθεση με τη νεολαία, που προαναφέραμε, ήταν μία πολιτική κουλτούρα του δρόμου, των μαζικών κινητοποιήσεων αλλά και του τρόπου οργάνωσής τους. Πρόκειται λοιπόν για αυστηρά ιεραρχικά μοντέλα οργάνωσης σε αντιπαραβολή με τη νεολαία, που λειτουργούσε, προωθούσε και δρούσε κατά το δυνατόν σύμφωνα με τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας και της οριζοντιότητας.
Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις, όταν το απαίτησαν ειδικές συνθήκες, συνεργάστηκαν μεταξύ τους: στη δολοφονία του S. Shelniku τον Δεκέμβριο του 2001, όπου σημειώθηκε μαζική συμμετοχή, και το 2003 με το σωματείο Αλβανών οικοδόμων για τη διαδικασία της νομιμοποίησης, οπότε και συσπειρώθηκαν χιλιάδες μετανάστες/στριες. Όταν ωστόσο αναφερόμαστε στο δεύτερο αυτό κομμάτι, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι στο εσωτερικό του αναδεικνύονται «παράγοντες» και «επαγγελματίες πρόεδροι»· κατά την επικοινωνία τους με τους θεσμούς και τις πρεσβείες αλλά και στον σχετικό δημόσιο διάλογο διαχειρίζονται τα ζητήματα με τρόπο που τους καθιστά «διαμεσολαβητές» στο όνομα των μεταναστών. Πράγματι, η παρέμβαση ανάλογων συσσωματώσεων –όχι μόνο αλβανικών αλλά και άλλων μεταναστευτικών ομάδων και συλλόγων– έχει κατά κύριο λόγο ατομικιστικά χαρακτηριστικά, οργανώνεται προσωποπαγώς και συχνά προωθεί κατά περίπτωση κάποιους ανθρώπους, που στο όνομα του συλλόγου ή της συλλογικότητας στηρίζουν την προσωπική τους ανάδειξη, την προβολή ή, ακόμη, και προνόμια.
Σήμερα πολλοί σύλλογοι μιλούν στο όνομα της κοινότητας, δηλαδή όλων των Αλβανών μεταναστών. Η κοινότητα ως μια αφηρημένη, νοητική κατασκευή, ως απόλυτη ιδέα, ως συλλογικό Υποκείμενο ενεργοποιεί και ενσαρκώνει την επιδίωξη της εξουσίας και την εδραίωση της «κεφαλής» της κοινότητας, του «αρχηγού της φυλής». Άρα από ορισμένα πρόσωπα διεκδικείται η «ηγεμονία» μιας με υλικούς όρους μη υπαρκτής, μιας φαντασιακής οντότητας.
Η επίκληση της κοινότητας από ορισμένους –βεβαίως όχι μόνο από Αλβανούς– δεν γίνεται από άγνοια, αλλά από πρόθεση: η ίδια η έννοια παραπλανά τους μετανάστες και ταυτόχρονα δημιουργεί προσδοκίες για τους «ηγέτες» να αναλάβουν ρόλο μεσολάβησης. Την ίδια στιγμή άλλου τύπου προσδοκίες γεννώνται και στους ηδονοβλεψίες της εξουσίας, σε εκείνους τους θύλακες που σπεύδουν να τοποθετηθούν πέριξ «της κεφαλής» της κοινότητας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δείχνουν να μην έχουν κατανοήσει ότι εκπροσωπούν μονάχα τον εαυτό τους και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους, δηλαδή εκείνους από τους οποίους έχουν πάρει αυτό το δικαίωμα. Ακριβώς αυτήν τη διάσταση αδυνατούν να κατανοήσουν, ή, για την ακρίβεια, δεν θέλουν να κατανοήσουν εμφανιζόμενοι ως «πατέρες της μετανάστευσης».
Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα όταν ένας εκλεγμένος πρόεδρος σωματείου επιδιώκει να αυτοπαρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της κοινότητας με την έννοια ότι εκπροσωπεί το σύνολο των μεταναστών. Βλέποντας τον εαυτό τους μέσα από την εικόνα που οι ίδιοι κατασκευάζουν, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να πέσουν στην παγίδα της μεγαλομανίας, να περάσουν σε έναν ακραίο ναρκισσισμό και να προκρίνουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες.
Έτσι, καταλήγουν να αντιμετωπίζουν υποτιμητικά ή με απέχθεια και, οπωσδήποτε, ως προσωπική υπονόμευση ή εμπόδιο στην επιτυχία της «κοινότητας» τις πολιτικές διαφωνίες, οποιαδήποτε δράση και επιτυχία σημειώνεται έξω από τη σφαίρα επιρροής τους και τον δρόμο που οι ίδιοι έχουν χαράξει προς ό,τι αντιλαμβάνονται ως συλλογικό συμφέρον. Κατά την κρίση τους όσοι δρουν έξω από την ομπρέλα τους απλώς δεν κατανοούν την έννοια της κοινότητας και της μετανάστευσης εν γένει. Και είναι επίσης υπαρκτός ο κίνδυνος ενός ιδιότυπου δονκιχωτισμού, όπου στη γλώσσα του σώματος εμφαντικά εδαφικοποιείται η αρρενωπότητα του ηγέτη-ιππότη.
Η ιστορία της πολιτικής ζωής της αλβανικής μετανάστευσης στην Ελλάδα –ενδεχομένως και άλλων μεταναστευτικών ομάδων– φέρει το αποτύπωμα τέτοιων προσωπικοτήτων, προερχόμενων από μια Αλβανία όπου ανέκαθεν το πολιτικό σύστημα προωθούσε τις ιεραρχικές και πελατειακές σχέσεις, τον αρχηγισμό, την πατρωνία και την κηδεμόνευση. Άλλωστε στις μέρες μας, πιο πολύ από κάθε άλλη ιστορική περίοδο, τα χαρακτηριστικά αυτά έχουν βρει αντίκρισμα στα πρόσωπα των δύο πολιτικών αρχηγών της Αλβανίας: θεωρούν τη χώρα τσιφλίκι τους και προσπαθούν να εξαλείψουν κάθε δημοκρατική φωνή που αντιστέκεται στους σχεδιασμούς τους. Επομένως, υπό την έννοια των πολιτικών συσπειρώσεων και των πρακτικών που υιοθετούν σύλλογοι και οργανώσεις η αλβανική μετανάστευση αποτελεί μικρογραφία του δημόσιου πολιτικού χώρου και αντικαθρέφτισμα των μεθόδων που μετέρχονται τα επίσημα αλβανικά κόμματα. Ειδικά τα τελευταία τριάντα χρόνια η Αλβανία βρίθει από πολιτικούς τσαρλατάνους, ωστόσο απέναντι σε αυτές τις κατεστημένες προσωπικότητες αλλά και απέναντι στο συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα εν τω συνόλω πληθαίνουν οι φωνές από προοδευτικές δυνάμεις, φεμινιστικές ομάδες, πολιτικές οργανώσεις που μέσα σε ένα πνεύμα ανανέωσης διεκδικούν τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή όσων μέχρι πρότινος παρέμεναν αόρατοι.
Στην εντός των ελληνικών συνόρων αλβανική μετανάστευση ανέκαθεν υπήρχαν και διαρκώς ανανεώνονται οι φωνές από τη δεύτερη γενιά· κι αυτή επίσης έρχεται σε ρήξη με τις λογικές των «πατεράδων της μετανάστευσης», το ιεραρχικό μοντέλο, την αρχηγία, τις τυπικές και άτυπες μορφές εξουσίες: υιοθετεί και ενσαρκώνει μια πολιτική κουλτούρα που κερδίζει συνεχώς έδαφος, την κουλτούρα που απορρίπτει το μονοπώλιο της εξουσίας από τη μεριά μίας, έτσι κι αλλιώς, μειοψηφούσας δυναμικής, ενισχύοντας τη συμμετοχή των υποκειμένων και προωθώντας μορφές πολιτικής συγκρότησης και δράσης στη βάση της αυτονομίας, του αλληλοσεβασμού και της αυτοοργάνωσης/αυτοδιαχείρισης.
Η δημοκρατία, η οριζοντιότητα, το πρόταγμα της αντιιεραρχίας και της αυτοδιαχείρισης δεν αποτελούν αυταξίες περιορισμένες στο θεωρητικό επίπεδο: διασφαλίζουν όχι μόνο την καλύτερη λειτουργία αλλά και τη μεγαλύτερη συμμετοχή και τη μαζικότητα στο εσωτερικό των συλλογικοτήτων – και όλα τα παραπάνω συνεπάγονται αποτελεσματικότητα στις διεκδικήσεις προς τα έξω. Η έλλειψη αυτής της μαζικότητας διαμορφώνει στην συνέχεια εκπροσώπους και μεσολαβητές στο όνομα του κινήματος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εξελίσσεται το μεταναστευτικό αλβανικό «κίνημα» στην Ελλάδα. Η διαδήλωση στις 19 Φεβρουαρίου έθεσε βασικά κοινωνικά αιτήματα για τη μετανάστευση στο σύνολό της:
● Αυτόματη απόκτηση ιθαγένειας για κάθε παιδί δεύτερης γενιάς.
● Απλοποίηση της διαδικασίας και κατάργηση των εξετάσεων και των εισοδηματικών κριτηρίων για την απόκτηση ιθαγένειας από μετανάστες και μετανάστριες πρώτης γενιάς.
● Επίσπευση των διαδικασιών έκδοσης αδειών παραμονής.
● Αλλαγή της ρατσιστικής νομοθεσίας για τις συντάξεις μεταναστών/στριών, συνυπολογισμός των χρόνων της μαύρης εργασίας τους στην Ελλάδα και αναγνώριση των χρόνων εργασίας στη χώρα προέλευσης.
Όπως ήταν αναμενόμενο, προκλήθηκε αναστάτωση στα ακροδεξιά κομμάτια της κοινωνίας που με τις αναρτήσεις στους στα κοινωνικά μέσα εκδήλωναν τον (συστημικό) ρατσισμό, την ξενοφοβία και τη μισαλλοδοξία. Παράλληλα έγινε αισθητή και η δυσαρέσκεια κάποιων, οργανωμένων σε σχήματα και ομάδες, Αλβανών μεταναστών σε μια γραμμή διαφοροποίησης από τις διεκδικήσεις, τη χρονική συγκυρία που επιλέχτηκε για να ακουστούν στο κέντρο της Αθήνας και τις διαδικασίες/συλλογικότητες που τις συνδιαμόρφωσαν.
Μέσα στο κλίμα αυτό ακροδεξιά μίντια έφτασαν να κάνουν λόγο για «αλβανική βεντέτα» μεταξύ οργανωμένων πολιτικών ομάδων και συλλόγων, συμμαχίες και αψιμαχίες μεταξύ Αλβανών. Γιατί άραγε όλη αυτή η αναστάτωση από μια διαμαρτυρία που την υποστήριξαν στον δρόμο όχι παραπάνω από 300 άνθρωποι; Τι αποκάλυψε αυτή η διαμαρτυρία σε σύγκριση με άλλες συγκεντρώσεις κατά τη διάρκεια των τριάντα χρόνων της αλβανικής μετανάστευσης στην Ελλάδα;
Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά που βρεθήκαμε στον δημόσιο χώρο διεκδικώντας δικαιώματα. Αλλά για μια ακόμη φορά –αυτό δείχνει η ιστορία της αντίστασης– βρέθηκαν από κοινού στον δρόμο (μαζί με αλληλέγγυα κομμάτια της αριστεράς) δύο τύποι συσσωματώσεων με διαφορετικές μορφές εσωτερικής οργάνωσης: η μία πλαισιωμένη κυρίως από νέους και από τη δεύτερη γενιά, η άλλη με μια πιο παραδοσιακή μορφή, αυτή του συλλόγου· η πρώτη ως ένα μη ιεραρχικό μοντέλο, η άλλη στο πλαίσιο ιεραρχικού σχήματος· η μεν επενδύοντας σε μια ταξική προσέγγιση του ζητήματος, η δε σε έναν «πατριωτικό» προσανατολισμό· και οι δύο κάτω από ένα κοινώς αποδεκτό πολιτικό πλαίσιο διεκδικήσεων.
Ανέκαθεν οι σύλλογοι, πολιτιστικοί και «παραδοσιακοί», κουβαλούν σε συνθήκες μετανάστευσης συναισθήματα για τη χαμένη τους πατρίδα που ως πρώτη γενιά τα βιώνουν έντονα. Πορεύονται μέσα σε αμφιθυμία και με δίσημες ταυτότητες, του Αλβανού και του εργάτη. Πολλές φορές ακριβώς λόγω των βιωμάτων της μεταναστευτικής συνθήκης προσλαμβάνουν την εθνική τους ταυτότητα ως την καταπιεσμένη ταυτότητα, και αυτό τους κάνει να την επικαλούνται σε δράσεις, στη σφραγίδα του συλλόγου τους, στον λογότυπό του –αυτό είναι σεβαστό. Ωστόσο ένα από τα βασικότερα ζητήματα που τίθεται σχετίζεται με τη συνύπαρξη και σύμπραξη αυτών των δύο «διαφορετικών» κόσμων σε επίπεδο κινητοποιήσεων στον δρόμο, δεδομένης της διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας που κουβαλούν.
Είναι εφικτή μία τέτοια σύμπραξη, ακόμη και όταν θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε κοινό πλαίσιο δράσεων και αιτημάτων; Υπάρχει διάθεση να δημιουργηθεί μια γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ αυτών των δύο διαφορετικών προσεγγίσεων; Αν όμως έχουμε απαλλαγεί από το βάρος που φέρει η έννοια της κοινότητας και εκλαμβάνουμε την αλβανική μετανάστευση ως μετανάστευση και όχι ως κοινότητα, τότε απομένει πολύ λίγος χώρος για παρεξηγήσεις, διαμάχες και πολιτικές συγκρούσεις. Οι διαμάχες που ξέσπασαν με αφορμή την πορεία στις 19 Φεβρουαρίου αποκαλύπτουν το άχθος της έννοιας της κοινότητας και τις παρανοήσεις που γεννά ο όρος.
Όταν η μετανάστευση αυτοπροσδιορίζεται ως κοινότητα, και μάλιστα χωρίς χειραφετητικό πολιτικό περιεχόμενο, αναγκαστικά ενεργοποιεί εργαλεία που οδηγούν σε εσωτερικές συγκρούσεις για το ποιος έχει την πρωτοκαθεδρία να οργανώνει πορείες, να μιλάει στο όνομα της κοινότητας και να αποφασίζει τι είδους συμμαχίες επιτρέπουν και δρομολογούν αυτές οι δράσεις. Όταν όμως βλέπουμε τη μετανάστευση ως κοινωνική ομάδα με κοινωνικοπολιτικές διαφοροποιήσεις εντός της, τότε ανοίγει ο δρόμος για έναν ενδεχόμενο συντονισμό, όχι όμως υπό το βάρος του εξαναγκασμού διαφορετικών κοινωνικών οντοτήτων σε μια βεβιασμένη και φορμαλιστική ενοποίηση.
Ως συντάκτης του παρόντος κειμένου παραμένω ένθερμος υποστηρικτής της άποψης ότι οι διεργασίες, οι συντονισμοί και οι συμπράξεις στον δρόμο δεν προωθούν απλώς κοινά κοινωνικά αιτήματα προς τα κέντρα εξουσίας, αλλά συντελούν σε κάτι πολύ πιο σημαντικό: μας δίνουν τη δυνατότητα να συγκρουστούμε με τις λογικές της καθηγεμόνευσης της πατρωνίας και της πατριαρχίας στην κατεύθυνση της συνολικής κοινωνικής χειραφέτησης.
*Υποψήφιος Διδάκτωρ Πανεπιστήμιο Αιγαίου – Ακτιβιστής
