ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καράμπελας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχει στην περιπέτεια της μοντέρνας τέχνης, και όλως ιδιαιτέρως της μοντέρνας λογοτεχνίας, ένα πρώιμο σημείο καμπής όπου –για να το θέσουμε υπέρ το δέον απλουστευτικά– το υποκειμενικό και το αντικειμενικό χωρίστηκαν, με το πρώτο να οδηγείται στους συμβολιστικούς πρώτα και κατόπιν ολοένα πιο φορμαλιστικούς πειραματισμούς μιας καθαρής τέχνης και το δεύτερο να προτάσσεται σε μια στρατευμένη τέχνη/λογοτεχνία, όπου η αξίωση του ρεαλισμού κλήθηκε να βρει τα αμιγώς νεωτερικά μέσα έκφρασής της. Οι άσπονδοι δίδυμοι του φορμαλισμού και του μοντερνισμού ακολούθησαν έκτοτε τους ασύμπτωτους δρόμους τους, με τις εμφανισιακές τους ομοιότητες να θυμίζουν σταθερά την κοινή τους καταγωγή και το σταθερά ανεκπλήρωτο αίτημα της συμφιλίωσής τους.

Σε αυτή την ιστορία, ο Νάνι Μπαλεστρίνι (1935-2019) τάχθηκε εξ αρχής με τη στρατευμένη λογοτεχνία, ακόμα και κατά τη νεανική του περίοδο στους κόλπους της ιταλικής αβανγκάρντ, όταν, σύμφωνα με τον τότε σύντροφό του Ουμπέρτο Εκο, δεν έγραφε «ούτε μια λέξη που να είναι δική του», αλλά απλώς ανασυνέθετε «τα ρετάλια από τα κείμενα των άλλων». Στο Ζώντας στο Μιλάνο και τρία διηγήματα, την πιο πρόσφατη έκδοση έργου του Μπαλεστρίνι στα ελληνικά, ο ακούραστος μεταφραστής του Αχιλλέας Καλαμάρας μάς θυμίζει ό,τι πολύ περισσότεροι έχουν τεκμηριώσει για την περίπτωση του Βάλτερ Μπένγιαμιν, με την οποία τόσα (και τόσο λίγο διερευνημένα) κοινά έχει ο Μπαλεστρίνι: πως τα φορμαλιστικά στοιχεία που εντυπωσιάζουν σε μια ακραιφνώς στρατευμένη λογοτεχνία όπως η μπαλεστρινική μόνο φαινομενικά είναι τέτοια· στην πραγματικότητα, είναι από την πρώτη στιγμή της δημιουργικής έκφρασης η αποτύπωση της εκάστοτε κοινωνικής νεωτερικότητας στο επίπεδο της γραφής, με όχημα τον συγγραφέα-καταγραφέα ο οποίος ιδεατά θα ήθελε –και πασχίζει διαρκώς– να μην πει τίποτα, μόνο να δείξει (δήλωνε δεκαετίες νωρίτερα ο Μπένγιαμιν).

Σε σχετικά στενούς κύκλους, ο Μπαλεστρίνι είναι γνωστός ως ο μεγάλος συγγραφέας των ιταλικών κοινωνικών κινημάτων, κυρίως των δεκαετιών του ’60 και του ’70, αλλά και των ημερών μας, όπως διαπιστώνουμε από το τρίτο διήγημα της συλλογής, το «Μια ειρηνική διαδήλωση αμαυρώθηκε από ομάδα ταραχοποιών» (2011). Τόσο εδώ όσο και στα μυθιστορήματα που τον έκαναν διάσημο, το Τα θέλουμε όλα (1971) και τους Αόρατους (1987), αυτό το ανεκτίμητο δίπτυχο για την άνοδο και την πτώση των κινημάτων του Εργατισμού και της Αυτονομίας στην Ιταλία, καθώς και στα λιγότερο πολιτικοποιημένα πεζά του για τους οργανωμένους οπαδούς (I Furiosi, 1994) και την Καμόρα (Σάντοκαν, 2004), η περίφημη μπαλεστρινική απουσία στίξης ακολουθεί τον ασθμαίνοντα ρυθμό της δράσης, με σκηνή συνήθως τους δρόμους και τα στέκια των μητροπόλεων, παραβάλλοντας διαφορετικές οπτικές γωνίες, σαν κάμερα στο χέρι που επιδιώκει να συλλάβει όσο το δυνατόν πιο πολυφωνικά μια πραγματικότητα εκ φύσεως συλλογική. Γιατί η συλλογικότητα, που, από την εποχή του κατά Πόε και Μποντλέρ «ανθρώπου του πλήθους», παραμένει το μεγάλο θέμα της μοντέρνας τέχνης, είναι για τον Μπαλεστρίνι, ακόμα πιο ριζοσπαστικά, το μόνο λογοτεχνικό θέμα, χωρίς το οποίο καμία λογοτεχνία δεν είναι στ’ αλήθεια δικαιολογημένη.

Οταν λοιπόν η συλλογικότητα όχι μόνο υπάρχει, αλλά σφύζει από ζωή και αγωνιστικότητα, βγαίνουν αριστουργήματα όπως το ιδιοφυές «Ζώντας στο Μιλάνο» (1976), με τα τρία αφηγηματικά του νήματα, που πλέκονται το ένα μέσα στο άλλο και μας κάνουν να διαβάσουμε το ποίημα τρεις φορές για να το δούμε σε όλο το έκκεντρο εύρος του. Ακόμα και συγκρινόμενο με τα μεγάλα του πεζά, το «Ζώντας στο Μιλάνο» μπορεί να θεωρηθεί κορύφωση μιας βιοτικής και λογοτεχνικής συνθήκης την οποία ο Μπαλεστρίνι είδε βαθμηδόν να χάνεται μέσα στα χρόνια, καθώς η ήττα των κινημάτων της αμφισβήτησης επέφερε την καταστολή των συλλογικών φωνών προς όφελος της ατομικιστικής βουβαμάρας ή των φατριαστικών αλαλαγμών. Στην τελευταία του επίσκεψη στην Αθήνα, το 2013, ο Μπαλεστρίνι μάς μίλησε εκτενώς για το τέλος των συλλογικών υποκειμένων στα οποία αφιέρωσε το έργο του, δεν φαινόταν ωστόσο καθόλου λυπημένος. Με το μόνιμο αχνό του χαμόγελο, ήταν σαν να μας έλεγε ότι, έτσι κι αλλιώς, οι δρόμοι και οι αγώνες πάντα θα επιβιώνουν και θα βρίσκουν τους ποιητές τους.