ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για διάφορες καταστάσεις και υπό την πίεση που προκαλεί η δυσβάστακτη πραγματικότητα, τα τελευταία χρόνια ο πρωθυπουργός έχει ζητήσει πέντε φορές «συγγνώμη» από τους κυβερνώμενους: πυρκαγιές, χιόνια, υπερβάλλουσα αστυνομική βία, υποκλοπές και, τώρα, τραγωδία των Τεμπών.Το μιντιακό περιβάλλον που τον προστατεύει, προβάλλει σταθερά τη «συγγνώμη» δυσανάλογα σε σχέση με την αιτία που την προκάλεσε.

Η αγαπημένη λέξη είναι «αστοχίες». Κάπως έτσι, η ζωή συνεχίζεται γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Στο κάτω κάτω, πάντα υπάρχουν και άλλες προτεραιότητες. Από κει και πέρα, η λοκομοτίβα, ένα ολόκληρο σύστημα που πρέπει να κινείται (όπως το ποδήλατο που πρέπει να κινείται για να είναι ασφαλής ο επιβάτης του) αναλαμβάνει να «κάνει τη δουλειά». Ομως, πώς «κάνει τη δουλειά»; Μπείτε στον κόπο να αφαιρέσετε όλα τα φραστικά κλισέ και όλα τα κόλπα των επικοινωνιολόγων, των δημοσκόπων και των πριγκίπων της πολιτικής αποπλάνησης και θα διαπιστώσετε ότι κάτι δεν πάει καλά.Θα δείτε ότι στο τέλος μένει το failed state (αποτυχημένο κράτος) που λειτουργεί ως τέτοιο, παράταιρα και επί μονής σιδηροτροχιάς, εντός του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Γι’ αυτά και για πολλά συσσωρευμένα άλλα βρέθηκαν πολλοί άνθρωποι στις πορείες και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας την Τετάρτη στην Αθήνα και σε ολόκληρη τη χώρα. Κάτι δεν λειτουργεί καλά με το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων· δεν βγαίνει η θεωρία περί ανταγωνιστικής αγοράς και μεταχείρισης των μονοπωλίων. Κάτι δεν πάει καλά με τις τιμές της ενέργειας. Κάτι δεν λειτουργεί με τις απορρυθμίσεις της εργασίας, της υγείας και της παιδείας. Κάτι δεν βγαίνει με την αύξουσα φτωχοποίηση του πληθυσμού. Κάτι δεν πάει καλά με τον πληθωρισμό, το κόστος ζωής και τα «καλάθια». Εχουμε πρόβλημα με τη μεταχείριση του πολιτισμού και των ανθρώπων της τέχνης· υπάρχει ζήτημα με το θέμα της βίας κατά των γυναικών· με το καθεστώς των πλειστηριασμών· με τις ροές κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα κ.ο.κ.

Το τελευταίο διάστημα έχουν αρχίσει να ακούγονται πολλές δυσαρέσκειες. Ακούστηκε η βοή που δεν είναι βολική για κανέναν. Οι περισσότεροι ήταν νέοι. Αρκετοί από αυτούς βρίσκονταν για πρώτη φορά σε παρόμοιες συγκεντρώσεις. Τι είπαν και τι ήθελαν να δείξουν; Είπαν ότι πολλά πράγματα έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται στραβά. Οτι δεν θέλουν και ότι δεν τους αξίζει αυτή η εικόνα της χώρας. Με δυο λόγια έθεσαν ένα γενικότερο θέμα μεταχείρισης και όρων κοινωνικής αναπαραγωγής σε περιβάλλον αξιοκρατίας, δικαιοσύνης και ισότητας, θεσμών και δημοκρατίας. Δημοκρατίας στην πράξη, στην οποία τα μέσα συγκοινωνιών και τα δίκτυά τους, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα ηλεκτρικά δίκτυα και τα αποχετευτικά συστήματα να λειτουργούν με ασφάλεια και επιτυχώς. Είπαν ότι δεν αντέχουν το μόνιμο -το μακιαβελικό- σύστημα απόκρυψης της αλήθειας και συντήρησης των πάγιων παθογενειών, υποτίθεται, για τη δική τους σωτηρία. Είπαν ότι δεν είναι δυνατόν ο δημόσιος χώρος, ο κοινόκτητος πλούτος, το συλλογικό αγαθό, εντέλει η χώρα στην οποία ζουν, να νοούνται ως ιδιωτικό κτήμα και να διοικούνται ως μορφή εταιρείας με μέτρα οριακού κόστους/οφέλους.

Το «όλοι φταίμε» -μια θλιβερή επανάληψη του «μαζί τα φάγαμε»- εμφανίζεται σήμερα σαν το πιο βολικό δόγμα που απαλλάσσει τους πάντες από τις ευθύνες τους. Στην ουσία πρόκειται για μια πολύ ολισθηρή και ακροβατική παραδοχή. Μετατρέπει τους πάντες, με δύο μόνο λέξεις, σε μετόχους μιας προνομιακής φούσκας, ενός συντονισμένου κακού ονείρου, και τους καθιστά με εμμονική προσήλωση συνενόχους της αποτυχίας του «επιτελικού» εφευρήματος για να «γυρίσει σελίδα η χώρα». Το κάνει βέβαια, αλλά με τραγικά αποτελέσματα.

Οι φωτογραφίες του τελευταίου υπουργικού συμβουλίου, δίχως να αμφισβητεί κανείς την ανθρώπινη συντριβή των μετεχόντων, δικαίωσε την Κινεζούλα που υποστήριζε ότι -εν πάση περιπτώσει- «είναι προτιμότερο να είμαι δυστυχισμένη στο κάθισμα μιας λιμουζίνας παρά στο πίσω κάθισμα ενός ποδηλάτου».

Βλέπετε, ακόμα και η απάθεια, η αδιαφορία, ο αυτοθαυμασμός, η «επιτελικότητα»… και τώρα η διάχυση των ευθυνών θέτουν ad hoc αυστηρές προδιαγραφές για την αληθοφάνεια, το γούστο και το πολιτικό ήθος του ανθρώπου που μετατοπίζεται από τον σταθμάρχη για να υποστηρίξει ότι «όλοι φταίμε».

Εάν πράγματι ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε είναι σαν να παραδέχεται ότι πρώτος αυτός είναι ψευδολόγος, υποκριτής και ένοχος. Και ότι αυτοί που τον ακούν, με σκυμμένα κεφάλια και χαμηλωμένα τα μάτια, έχουν πράγματι κάτι να κρύψουν από τα πεπραγμένα τους με τα οποία εξαπατούν τον κόσμο για να μπορούν -όλοι μαζί- να κυβερνούν αβάδιστα και ανενόχλητοι. Και ότι, από την άλλη, ο «λαός», που και αυτός φταίει, θα μπορεί να τους κατηγορεί -αδίκως και κακώς, γιατί είναι μίζερος λαός, λουδίτης, αχάριστος και μαραζιάρης- και να ψιθυρίζει διάφορα ψέματα με σκοπό να απαλλαγεί από δαύτους. Ομως, δεν είναι έτσι τα πράγματα.