ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τη μια ένα δραματικό, σκοτεινό, αιμοσταγές αριστούργημα του Μπέλα Μπάρτοκ που βασίζεται στο παραμύθι του Σαρλ Περό. Κι από την άλλη μια όπερα κωμική, ανάλαφρη, σαν ευφρόσυνη φάρσα από αυτές που έγραφε ο Τζάκομο Πουτσίνι όταν ξέφευγε από τα έντονα συναισθηματικά μελοδράματά του (Μποέμ, Τόσκα, Μαντάμα Μπατερφλάι).

Από τη μια ο «Πύργος του Κυανοπώγωνα», η μοναδική όπερα του Ούγγρου συνθέτη, σε νέα σκηνοθεσία του Θέμελη Γλυνάτση, κι από την άλλη ο «Τζάννι Σκίκκι» στη σκηνοθεσία του Τζον Φούλτζεϊμς – που πρώτη φορά είδαμε την καλλιτεχνική περίοδο 2007/08 στο θέατρο «Ολύμπια».

Τα δύο έργα -τα οποία συμπτωματικά έκαναν την πρεμιέρα τους στον κόσμο της όπερας την ίδια χρονιά (1918) σε Βουδαπέστη και Νέα Υόρκη, αντίστοιχα- ανεβαίνουν από την ερχόμενη Πέμπτη, 9 Μαρτίου σε μια σπονδυλωτή παράσταση στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της ΕΛΣ. Την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής θα διευθύνει ο διακεκριμένος Ελληνας αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος.

Το παραμύθι του Κυανοπώγωνα, μια από τις πιο αιμοσταγείς αφηγήσεις της δυτικής παράδοσης, μιλά για έναν αριστοκράτη ο οποίος παντρεύεται νεαρές γυναίκες, για να τις δολοφονήσει μετά, όταν εκείνες αψηφούν την απαγόρευσή του να εξερευνήσουν το κάστρο του. Ο Μπάρτοκ μετατρέπει την ιστορία του Κυανοπώγωνα σε μια σύγχρονη όπερα- θρίλερ, βαθιά μυστηριακή, γεμάτη συμβολισμούς, με σπάνια ψυχολογική διαύγεια και συναισθηματική ένταση.

«Πέραν της ιστορικής συγκυρίας, κατά την οποία και τα δύο έργα παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το 1918, υπογραμμίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον καλλιτεχνικό πλούτο των αρχών του 20ού αιώνα, η τυχαία, από την άλλη, συγκυρία πως και οι δύο παραστάσεις της Λυρικής Σκηνής εκτυλίσσονται σε ένα δωμάτιο καθιστά το συγκεκριμένο δίπτυχο μια προκλητική σύζευξη διαφορετικών μουσικών ιδιωμάτων αλλά και μια συναρπαστική παραστασιακή συνθήκη, όπου τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες δρουν στον περιορισμό ενός δωματίου», μας λέει ο σκηνοθέτης του έργου Θέμελης Γλυνάτσης, από τους πλέον δημιουργικούς σκηνοθέτες όπερας της νεότερης γενιάς.

O ίδιος δημιουργεί για τα δύο πρόσωπα του έργου (τον Κυανοπώγωνα και την πιο πρόσφατη σύζυγό του, την Ιουδήθ) ένα σύμπαν πολλαπλών πραγματικοτήτων, ψυχικών τραυμάτων, κρυμμένων αναμνήσεων και ανοίκειων χώρων. «Ηταν κοινή απόφαση με τον σκηνογράφο Λέσλι Τράβερς να επινοήσουμε έναν χώρο αμφίσημο και αινιγματικό, ταυτόχρονα άδειο και γεμάτο, στατικό και εν κινήσει, φωτεινό και σκοτεινό, εσωτερικό και εξωτερικό.

Ολη η παράσταση, πέραν της προσεκτικής ανίχνευσης των έντονων ψυχικών δονήσεων των δύο χαρακτήρων, είναι και μια εξερεύνηση χώρων που «λιώνουν» ο ένας μέσα στον άλλον, αναιρούν ο ένας τον άλλον, μεταμορφώνονται και κρύβονται. Κατά μια έννοια, όπως είχε πει και ο ίδιος ο συνθέτης, ο τρίτος πρωταγωνιστής της παράστασης είναι ο ίδιος ο χώρος, ο μυστηριακός αυτός ψυχικός πύργος που βρίσκεται σε μια συνεχή κατάσταση μεταμόρφωσης».

● Ενα παραμύθι που καταλήγει θρίλερ. Μήπως είναι πολύ γνώριμη για την κοινωνία μας αυτή η διαδρομή πια;

Τα παραμύθια πάντα συνομιλούν με τον τρόμο – είναι από τα βασικά τους συστατικά. Πέραν της αφηγηματικής ισχύος του τρόμου, η αίσθηση του ανοίκειου και του βίαιου είναι το καθοριστικό εκείνο στοιχείο που ταράσσει τους χαρακτήρες και τους αλλάζει, όπως αλλάζει και τους αναγνώστες ή τους θεατές. Η υπονοούμενη αρχική ευτυχία της Ιουδήθ και του Κυανοπώγωνα έρχεται αντιμέτωπη με τον τρόμο γιατί ο Κυανοπώγωνας είναι πέραν της ευτυχίας. Το παραμύθι του είναι αυτό μιας αιώνιας μοναξιάς – εκεί υφέρπει ο τρόμος. Ο πύργος του Κυανοπώγωνα είναι η αρχιτεκτονική προβολή της βαθύτατης μελαγχολίας του, μιας αιχμηρής αγωνίας, και μιας εγγενούς τάσης προς τη συστολή. Εντός αυτού του αρχιτεκτονήματος, λοιπόν, προβάλλει ο τρόμος όχι ως μέθοδος επίθεσης εναντίον της Ιουδήθ, αλλά ως συνθήκη και αντίδραση της ψυχικής παράλυσης του ήρωα.

● Διαβάζω –όπως λέτε– πως το έργο λειτουργεί και ως συμβολιστική ανατομία μιας ερωτικής σχέσης. Τι μαθαίνουμε από αυτή την ανατομία για τον έρωτα;

Το έργο εξερευνά την ερωτική διαλεκτική ανάμεσα στην αποκάλυψη και τη συγκάλυψη. Και το πιο ενδιαφέρον είναι πως, όσο και να αναλύσουμε την όπερα, η διαλεκτική αυτή ουδέποτε οδηγείται σε επίλυση. Η διαδρομή του έργου είναι αυτή μιας ανεπίλυτης αμφισημίας ως προς την ηθική της γνώσης σε μια ερωτική σχέση. Ο Μπάρτοκ αποφεύγει περίτεχνα την όποια ηθικολογία ή απόπειρα διδακτισμού και χτίζει ένα έργο η μουσική και το κείμενο του οποίου ταλαντεύονται πάνω από αγωνιώδη ερωτήματα σε σχέση με τους δύο χαρακτήρες.

Εν τέλει, ο Μπάρτοκ φαίνεται να παραδέχεται πως «έτσι είναι τα πράγματα» – μια μάλλον απαισιόδοξη οπτική στις ερωτικές σχέσεις. Ο «Κυανοπώγωνας» είναι ένα βαθιά προσωπικό έργο ενός συνθέτη με προφανή αμφιβολία (για να μην πω καχυποψία) ως προς την πιθανότητα της πλήρους παράδοσης στον ερωτικό σύντροφο. Ετσι, η τελική αποκάλυψη δεν οδηγεί σε λύτρωση, αλλά σε επιβεβαίωση της εμμονικής μοναξιάς του χαρακτήρα.

● Αυτή η επιμονή στα ψυχικά τραύματα και στο σύμπαν των πολλαπλών πραγματικοτήτων ήταν κάτι στο οποίο θέλατε να επιμείνετε;

Δεν νομίζω πως έχει κανείς επιλογή να παρακάμψει την πολλαπλότητα των πραγματικοτήτων ή την πανταχού παρούσα δόνηση των ψυχικών τραυμάτων. Θεωρώ πως είναι το «γενετικό υλικό» του έργου. Η διεξοδική εξερεύνηση του πύργου από την Ιουδήθ, οι απανωτές αποκαλύψεις του εσωτερικού των επτά δωματίων του πύργου αποτελούν τόσο καταφανώς ψυχαναλυτικά εργαλεία που ήταν πραγματικά αδύνατον να τα αγνοήσω. Συνεπώς, οι πολλαπλοί χώροι και χρόνοι, το ψυχικό τραύμα που περικλείει τους δύο χαρακτήρες είναι ένας μονόδρομος, ο οποίος όμως είναι τόσο γόνιμος για έναν σκηνοθέτη, που εν τέλει φαντάζει σαν ένα πλέγμα άπειρων διαδρομών.

● Η μουσική πώς λειτουργεί σε όλο αυτό το θρίλερ;

Η μουσική είναι το δεύτερο κείμενο: από τη μια μεριά έχουμε ένα λιμπρέτο που αναιρεί την αφηγηματική πρόοδο μέσω των αλλεπάλληλων επαναλήψεων, από την άλλη έχουμε μια μουσική που «σπρώχνει» τους δύο χαρακτήρες μέσα στον λαβύρινθο. Η μουσική επινοητικότητα και πυκνότητα του Μπάρτοκ μεταφράζει την εμπειρία της εξερεύνησης, την αίσθηση του εσωτερικού, η οποία, όμως, δεν είναι μονοδιάστατη.

Οι αντιθέσεις του εσωτερικού είναι σεισμικές: από την ανατριχίλα της μουσικής της πρώτης πόρτας, προάγγελος της χρήσης των εγχόρδων από τον Μπέρναρντ Χέρμαν στο «Ψυχώ» του Χίτσκοκ, μέχρι τον άκρατο λυρισμό του τέλους της όπερας, ο Μπάρτοκ πλάθει ένα ολόκληρο σύμπαν από άρτια συνδεδεμένα αποσπάσματα ψυχικών και μουσικών συμβάντων. Ακόμα πιο σημαντικό, η μουσική σε συγκεκριμένα σημεία παύει να λειτουργεί απλώς ως σύνθεση και εισάγει την καλλιτεχνική επινόηση του ήχου ως συμβάν, ως κάτι που συμβαίνει και επηρεάζει τόσο τους χαρακτήρες όσο και το κοινό. Θα μπορούσε να πει κανείς πως σε σημεία, οι χαρακτήρες κρυφακούν τη μουσική του δράματός τους.

● Τι είναι αυτό που σας έκανε να αγαπήσετε και να ασχοληθείτε εντατικά με το μουσικό θέατρο;

Αυτό το δεύτερο κείμενο της μουσικής. Ενθουσιάζομαι με την ευκαιρία να στήσω μια σκηνοθεσία όχι μόνο με βάση την ιστορία και το κείμενο, αλλά και με βάση τις εικόνες και τις αισθήσεις που μου προκαλεί η σύνθεση. Είναι μια διαδικασία υποκειμενική, γεμάτη φαντασία και απεγκλωβισμένη από τη συχνά μονοσήμαντη λειτουργία του λόγου. Υπάρχει μεγαλύτερη ορμή στη μουσική, περισσότερη ελευθερία. Η σκηνοθεσία της όπερας και του μουσικού θεάτρου έχει για μένα κάτι πιο πρώιμο, σχεδόν «πρωτόγονο», ακριβώς επειδή ένα από τα δύο κείμενα σε οδηγεί αποκλειστικά και μόνο μέσω της αίσθησης. Η προσεκτική μελέτη της παρτιτούρας σύντομα αποκαλύπτει κρυμμένα «νοήματα» ενταγμένα στη σύνθεση, που φωτίζουν με διεισδυτικό τρόπο την αφήγηση, την αίσθηση και τον στόχο του συνθέτη.

● Εχει μεγαλύτερη σημασία για σας η τόλμη στο λυρικό θέατρο (δεδομένου ότι πρόκειται για ένα είδος με παγιωμένες αγκυλώσεις);

Το λυρικό θέατρο έχει σε μεγάλο βαθμό απομακρυνθεί από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος – η εισβολή του Regietheater από τη δεκαετία του 1970 στις οπερατικές αίθουσες επέτρεψε στο κοινό να έρθει σε επαφή με ρηξικέλευθες παραστάσεις, συχνά πιο πειραματικές από αυτές στον χώρο του θεάτρου. Προφανώς υπάρχει ακόμα συντηρητισμός, όπως και ταυτόχρονα μια τυφλή αφοσίωση σε οποιοδήποτε είδος πειραματισμού (που ουσιαστικά είναι μια άλλη έκφανση συντηρητισμού), αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι ένας χώρος που εξελίσσεται. Παρ’ όλα αυτά, φυσικά απαιτείται περισσότερη τόλμη, περισσότερη έρευνα, μεγαλύτερη ευελιξία και φαντασία.


Δύο αριστουργήματα, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους υφολογικά

Σε πυρετώδεις ρυθμούς εν όψει πρεμιέρας, ο σημαντικός Ελληνας μαέστρος, που οσονούπω αναλαμβάνει καθήκοντα μουσικού διευθυντή στην όπερα του Γκρατς, μας «ξεναγεί» σε αυτό το τόσο διαφορετικό δίπτυχο αλλά και σε όσα προγραμματίζει.

«Είναι μια περίοδος θετικής υπερέντασης, καθώς επίκειται η μετοίκησή μου στην Αυστρία, προκειμένου ν’ αναλάβω καθήκοντα στο Γκρατς από την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο, την οποία και προετοιμάζω εντατικά. Αμέσως έπειτα από αυτές τις παραστάσεις στην ΕΛΣ, όμως, ανυπομονώ να ξαναδιευθύνω την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (7 Απριλίου στο ΜΜΑ) με έργα Τσαλαχούρη, Χίντεμιτ και το αγαπημένο 3ο κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ με σολίστ τον εξαιρετικό Νικολάι Λουγκάνσκι».

● Ας έρθουμε στον «Κυανοπώγωνα» και τον «Τζάννι Σκίκκι». Ενα έργο τραγικό και μια εξαιρετικά γραμμένη φάρσα. Πώς νιώθει ένας μαέστρος μέσα σε αυτές τις μεγάλες αντιθέσεις;

Κάπως σαν διαθλητής που πρέπει να εναλλάσσει την ένταση της χιονοδρομίας με την ψυχραιμία της σκοποβολής ή σαν τον θεό Ιανό με τα δύο πρόσωπα! Είναι τόσο μεγάλες οι αντιθέσεις που χρειάζεται μέγιστη συγκέντρωση το πέρασμα από το ένα έργο στο άλλο και διαφορετική τεχνική διεύθυνσης η κάθε μονόπρακτη όπερα.

● Ποια είναι τα χαρακτηριστικά και οι προκλήσεις της κάθε παρτιτούρας;

Στον «Πύργο του Κυανοπώγωνα» ο Μπάρτοκ με εντυπωσιακή ενορχήστρωση δημιουργεί μαγευτικά ηχοχρώματα. Σημαντικό για τον αρχιμουσικό είναι ν’ αναδείξει αυτό το καλειδοσκόπιο και να κρίνει πότε η ορχήστρα συνοδεύει το ζευγάρι των τραγουδιστών και πότε αναλαμβάνει ισότιμο πρωταγωνιστικό ρόλο και δεσπόζει. Πρόκληση για όλους μας (τον Τάσο Αποστόλου, τη Βιολέττα Λούστα κι εμένα) ήταν και η ενασχόληση με την ουγγρική γλώσσα, που έχει μια πολύ ιδιαίτερη ασύμμετρη μουσικότητα χάρη και στην έντονη διαφοροποίηση μακρών και βραχέων συλλαβών.

Ο Πουτσίνι, από την άλλη, χρησιμοποιεί πάρα πολύ λιτά υλικά για να κατασκευάσει μια φάρσα καταιγιστικών ρυθμών. Εδώ το στοίχημα είναι να μη βαρύνει η ορχήστρα και να συντονιστούν άριστα οι φωνές επί σκηνής τόσο μουσικά όσο και θεατρικά.

● Υπάρχει κάτι που ενώνει αυτά τα δύο έργα;

Είναι και τα δύο αριστουργήματα, αλλά υφολογικά πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ενα κοινό σημείο είναι ο πολύ περιορισμένος χώρος στον οποίο εκτυλίσσεται η δράση, χαοτικός στον Πουτσίνι, κλειστοφοβικός στον Μπάρτοκ, κάτι το οποίο γίνεται εμφανές στα σκηνικά και των δύο έργων. Θεωρώ τον συνδυασμό πολύ συναρπαστικό για το κοινό, που θα έρθει αντιμέτωπο με ένα ευρύτατο φάσμα συναισθημάτων και ηχοχρωμάτων.


?Παραστάσεις 9, 12, 19, 24 Μαρτίου στις 19.30 (Κυριακή: 18.30)

«Ο πύργος του Κυανοπώγωνα»: Σκηνικά, κοστούμια: Λέσλι Τράβερς. Κινησιολογία: Κατερίνα Γεβετζή. Ερμηνεύουν: Τάσος Αποστόλου-Βιολέττα Λούστα.

«Τζάννι Σκίκκι»: Αναβίωση σκηνοθεσίας: Αγγέλα-Κλεοπάτρα Σαρόγλου. Σκηνικά, κοστούμια: Ρίτσαρντ Χάντσον. Ερμηνεύουν: Διονύσης Σούρμπης, Βιβή Συκιώτη, Τζούλια Σουγλάκου, Γιάννης Χριστόπουλος κ.ά.

Τιμές εισιτηρίων: 15€ – 60€