ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Απλώς θα μιλήσω»… Τάδε έφη Χένρικ Ιψεν πριν από 142 χρόνια, όταν το 1881 έγραφε το δέκατο θεατρικό έργο του, «Βρυκόλακες». Ιψεν είν’ αυτός, κανείς δεν θα με κατηγορήσει πως αντέγραψα έναν τυχάρπαστο: απλώς θα μιλήσω, λοιπόν, κι εγώ. Γι’ αυτό που είδαν τα ματάκια μου, για όσα άκουσαν τ’ αυτάκια μου… πόσο παλιακά όλα. Αφού, βγαίνοντας από την παράσταση, είχα ήδη αρχίσει να μυρίζω ναφθαλίνη!

Ο λόγος για τους «Βρυκόλακες» που παίζεται στο Εθνικό Θέατρο, στο κεντρικό κτίριο, στου Τσίλερ. Εκεί, όπου τις προάλλες προσπάθησαν να προσεγγίσουν οι ηθοποιοί την ημέρα της απεργίας τους, ειρηνικά και τραγουδώντας, και η απάντηση της κυβέρνησης ήταν να στείλει τα ΜΑΤ να τους βρίζουν χυδαία και να τους πετάξουν δακρυγόνα.

Εκεί, όπου λίγες ημέρες μετά, έκαναν κατάληψη οι σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του θεάτρου, με έναν εντελώς σύγχρονο τρόπο, διεκδικώντας τα αυτονόητα: να μπορούν να είναι επαγγελματίες και όχι χομπίστες. Να νογάται ο πολιτισμός, και ο σύγχρονος (ειδικά στην Ελλάδα), ως αυτό που είναι: απαραίτητο στοιχείο όχι μόνο της ζωής, αλλά και της επιβίωσης.

Εκεί λοιπόν, στο κτίριο Τσίλερ, «κατοικεί» τους τελευταίους μήνες ο Ιψεν και θα μείνει και τους επόμενους. Θα βρικολακιάσει κανονικά δηλαδή. Ειδικά μετά τη «φιλοξενία» που του επιφύλασσε ο Σταμάτης Φασουλής, που σκηνοθέτησε την παράσταση. Ανέλαβε, μάλιστα, και την «απόδοση» του έργου στα ελληνικά – προφανώς πήγαινε πολύ να πουν ότι έκανε τη μετάφραση και το απέδωσαν ως «απόδοση» (εκτός κι αν γνωρίζει νορβηγικά, οπότε ζητάω επίσημα να κάνουμε μια συνέντευξη στη μητρική γλώσσα του Ιψεν). Το Εθνικό Θέατρο, ο καλλιτεχνικός του διευθυντής δηλαδή, αποφάσισε πως στον πρώτο προγραμματισμό που θα έφερε την προσωπική του σφραγίδα, ήθελε και το κλασικό αυτό, πλήρως αιρετικό για την εποχή του (ίσως ακόμα και για το σήμερα) έργο του Ιψεν. Και καλά έκανε.

Σπουδαίο έργο είν’ οι «Βρυκόλακες», καθώς, ειδικά μέσα από αυτό, ο Ιψεν σηματοδοτεί την ανάληψη μιας κοινωνικής αυτοσυνειδησίας στο θέατρο, μια προσπάθεια χειραφέτησης από τις διάφορες υποδουλώσεις και καταπιέσεις που προέρχονται από τις συμβατικότητες. Διόλου τυχαίο δεν είναι πως, σαν εκδόθηκε, όχι μόνο να το ανεβάσουν δεν ήθελαν, αλλά ούτε στα βιβλιοπωλεία δεν άφησαν να βγει με ευκολία.

Η σύγκρουση των κοινωνικών ρόλων με την κυρίαρχη εξουσία (ως κατεστημένο, απόψεις και κουλτούρα), τα ίδια τα παιχνίδια εξουσίας (από τον πιο μικρό ώς τον πιο μεγάλο στην ιεραρχία), η διαπίστωση ηθικών ολιγωριών, η ελεύθερη ατομική βούληση απέναντι σε στεγανά και θρησκευτικές (ληγμένες από καιρό) «επιταγές» – όλα αυτά καταδεικνύει ο ώριμος πλέον Ιψεν το 1881, βάζοντας τα θεμέλια σε αυτό που ονομάζουμε «θέατρο καταγγελίας».

Με τα όσα γίνονται τώρα στον χώρο του πολιτισμού, το συγκεκριμένο έργο δένει ταμάμ! Με τα όσα είδαμε επί σκηνής, πάντα κάτω από τις σκηνοθετικές οδηγίες του κ. Φασουλή, δεν! Πολύ δεν, όμως. Τόσο όσο και το γουναρικό που ήταν στο θέατρο…

Είχαμε καιρό να δούμε τέτοια σκηνή: σκάει τουριστικό λεωφορείο, νοικιασμένο κι εγώ δεν ξέρω από ποιον σύλλογο Κυριών, και κατεβαίνουν κυρίες που η Ντενίση ωχριά μπροστά τους. Ωραίες ήταν: μιας κάποιας ηλικίας, με το γουναρικό τους, τα σέα και τα μέα τους. Μικρή ήμουν θυμάμαι που πήγαινα στο Εθνικό κι έβλεπα παρόμοιες εικόνες. Ε, να που, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι μπροστά μου ήρθαν.

Δεν είναι κακό για ένα θέατρο, ειδικά όπως το Εθνικό, να μη θέλει να χάσει αυτό το κοινό. Είναι όμως πολύ κακό (και όχι μόνο λάθος) να αποκλείει και το νεότερο: και με το ανέβασμα (όπως έγινε) αυτής της παράστασης, αυτό συνέβη. Φυσικά και ήταν πολλοί νέοι στο κοινό. Αλλά τι είδαν; Ικανούς ηθοποιούς (Περικλής Μουστάκης, Ναταλία Τσαλίκη, Αργύρης Πανταζάρας, Γιώργος Ζιόβας, Κατερίνα Μαούτσου) να προσπαθούν να σταθούν με μοναδικό «όπλο» το ταλέντο τους. Αλλά όταν η σκηνοθετική γραμμή είναι το λιγότερο παλιακή, το περισσότερο αδιάφορη, όταν είτε λόγω «απόδοσης» είτε εξαιτίας της δραματουργίας, κάθε αδιευκρίνιστο (συνειδητά) σημείο του έργου, κάθε υποδόρια απεύθυνση του συγγραφέα προς το κοινό, φανερώνεται από το πρώτο λεπτό ώς το τελευταίο, λες και είναι ηλίθιο το κοινό και καταλαβαίνει μόνο με σκηνοθετικούς «υπότιτλους», τότε τι να σου κάνουν και οι ταλαντούχοι ηθοποιοί σου;

Δεν είναι νέος στον χώρο ο κ. Φασουλής, αλλά και «just the two of us» αν ήμασταν, τα ίδια θα έλεγα. Το «αυτό θα πει κλασικό ανέβασμα» που ακούσαμε από έναν θεατή δεν αρκεί πλέον. Ακριβώς γιατί δεν είναι «κλασικό», αλλά συντηρητικό, παλιακό και αφάνταστα πληκτικό. Οσο για το ίδιο το Εθνικό, ευχόμαστε να μη μείνει μόνο με το «γουναρικό».