Μετά τη διέλευση από τα χωράφια του μεταμοντερνισμού, ο Αλέξης Πανσέληνος στα τελευταία του έργα βρίσκει καταφύγιο στον ρεαλισμό. Από την επιστημονική φαντασία στη «Μεγάλη Πομπή» (1985) και τη «Ζαΐδα, Η καμήλα στα χιόνια» (1996), που ένωσε τον ελληνικό με τον ευρωπαϊκό ορίζοντα, ο καταξιωμένος συγγραφέας έχει κατασταλάξει πλέον σε κείμενα, που γράφονται σε απλό ύφος, χωρίς τεχνικές καινοτομίες, κείμενα στα οποία η υπόθεση αγκυροβολεί στα ατομικά και ιστορικά συμφραζόμενα (π.χ. «Η κρυφή πόρτα», 2016, και «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια», 2018).
Ρεαλιστικό -ενταγμένο οργανικά στη δεκαετία του ’60 και ειδικότερα στο κρίσιμο έτος του 1966- είναι και το τελευταίο του μυθιστόρημα «Λάδι σε καμβά», όπου η ατομική ωρίμαση προσκρούει στις μικρές ή μεγάλες διαψεύσεις της ζωής και στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών του 1967. Ο εικοσάχρονος Σπύρος, φέρελπις ζωγράφος, φιλοξενείται από την οικογένεια του διάσημου εικαστικού Φαίδωνα Καραλή σε ένα νησί του Αιγαίου, όπου η νεανική του ιδιοσυγκρασία συναντά το φλερτ της μεγάλης κόρης Ειρήνης, της δωδεκάχρονης μικρής της αδελφής Γωγώς και άλλων κοριτσιών της ευρύτερης παρέας. Με αυτόν τον τρόπο, το καλοκαίρι εκείνο στήνεται ένα ερωτικό τρίγωνο, με κορυφές τον νεαρό αφηγητή, την Ειρήνη που ανοιχτά τον θέλει, και τη μικρή Γωγώ, τη Λολίτα του νησιού, που εκπέμπει και δέχεται ερωτικά μηνύματα από τον Σπύρο και τον λοχαγό Λαγάκο, ακόμα κι από τον πατέρα της. Το τρίγωνο, αν και έχει τη δική του αυτάρκεια μέσα στις γραμμές που ενώνουν τις κορυφές του, ανοίγεται προς τα έξω με τους υπόλοιπους χαρακτήρες να προσφύονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σ’ αυτό. Η ρήξη είναι αναπόφευκτη.
Ετσι, αφενός η εσπευσμένη φυγή του αφηγητή λόγω του σκανδάλου που ξέσπασε κι αφετέρου λίγους μήνες αργότερα η εγκαθίδρυση της χούντας οριοθετούν ένα κατώφλι προς ένα άλλο τρίγωνο: ο αφηγητής, ο πατέρας του που εξορίζεται στην Ανάφη και ο λοχαγός Λαγάκος, ο οποίος έχει αποσπαστεί στο ΓΕΣ και ζητά ανταλλάγματα από τον Σπύρο για να βοηθήσει τον εξόριστο…
Το τέλος του μυθιστορήματος φωτίζει αναδρομικά αυτό που χτιζόταν σκαλί σκαλί: το μανιφέστο της αποτυχίας. Με μια ψυχαναλυτικού τύπου αναγωγή στη νεανική ηλικία βλέπουμε ότι ο Σπύρος, ενώ ήταν ερωτευμένος με το δωδεκάχρονο διαολάκι, δεν προχώρησε λόγω της κοινωνικής ηθικής, αλλά στράφηκε στη σχεδόν συνομήλική του Ειρήνη, μολονότι κι εκεί απέτυχε. Κλιμακωτά, δεν έγινε ποτέ ο ζωγράφος που ονειρευόταν, πολιτικά, ενώ έκλινε προς τα αριστερά, δεν κατάφερε (ή δεν ήθελε πραγματικά) να μπει στο Πολυτεχνείο, ούτε υποστήριξε τις ιδέες του σθεναρά, δεν πέτυχε σπουδαία πράγματα στον επαγγελματικό τομέα, όπου παρέμεινε ένας μικρός έμπορος, και φυσικά δεν παντρεύτηκε, στιγματισμένος από την ερωτική αστοχία των είκοσί του χρόνων.
Η εποχή της αθωότητας, που συστήνεται με τα χρώματα της νιότης και του καλοκαιριού, τις φιλοδοξίες για καλλιτεχνική σταδιοδρομία, τον ζωογόνο αέρα του έρωτα, οριοθετείται από πολλαπλές ελπίδες. Με αυτόν τον τρόπο ορθώνεται μπροστά μας ένα Bildungsroman, στο οποίο η νεανική ψυχή προσδοκά και παλεύει με τους δαίμονες της ηλικίας. Συνεκδοχικά ο Σπύρος είναι η γενιά που ανδρώθηκε τη δεκαετία του ’60, έτρεφε ελπίδες και όνειρα για προσωπική ανέλιξη, πίστεψε στην απελευθέρωση του έρωτα και στις δυνάμεις της νιότης, αλλά τελικά προσγειώθηκε, σχεδόν νομοτελειακά, στη συμβιβασμένη αν-ηρωική ζωή της. Η σεξουαλική απελευθέρωση δεν σήμαινε και ευτυχία ή ομαλές διαφυλικές σχέσεις, η προοπτική της καλλιτεχνικής δημιουργίας βούλιαξε στη στασιμότητα της ελληνικής κοινωνίας και τελικά η ηρωική πλευρά του Πολυτεχνείου, μερικά χρόνια μετά, δεν συμπεριέλαβε μέσα της παρά ελάχιστες εκατοντάδες «τυχερούς» ή θαρραλέους, που καβάλησαν το κύμα της μάχιμης εφόδου προς τα μπροστά. Αυτοί, όμως, ήταν λίγοι. Οι περισσότεροι πρόδωσαν τις προσδοκίες τους, εγκατέλειψαν τον έρωτα ως επανάσταση και την επανάσταση ως προοπτική και λούφαξαν στο μικρό μαγαζάκι, στη μικρή ζωή, στα μικρά βήματα μιας μικροαστικής στασιμότητας. Η διάψευση οφείλεται καταρχάς και κατά βάση στα προσωπικά τραύματα, αφού το βάρος του μυθιστορήματος πέφτει στα προ της δικτατορίας γεγονότα. Οφείλεται στην ατολμία της ατομικής ζωής, που θα μπορούσε να αξιοποιήσει το άνοιγμα σε νέα νερά, αλλά τελικά δεν το εγκολπώθηκε. Ετσι, όταν ήρθε η χούντα, οι περισσότεροι από αυτή τη γενιά ήταν ήδη ευνουχισμένοι και γι’ αυτό αδύναμοι να ορθώσουν ανάστημα.
Ο Αλ. Πανσέληνος επενδύει πολλά στα απλά περιγράμματα, στην ακρίβεια της έκφρασης, στην καθαρότητα της αφήγησης. Φτιάχνει χαρακτήρες με αδρές πινελιές, χτίζει τα σκαλιά της ιστορίας του χωρίς ακροβασίες αλλά με τη σοφή τεχνική της στιβαρής όσο και χαμηλότονης πλοκής, προχωρά αναδεικνύοντας την ψυχολογία του πρωταγωνιστή του κι έτσι επαγωγικά δίνει το στίγμα μιας ολόκληρης γενιάς.
