Οι συνεχείς αποκαλύψεις για τις υποκλοπές, τις παρακολουθήσεις, το παρακράτος που λειτουργεί στο επιτελικό κράτος έχουν δημιουργήσει ένα ερμηνευτικό παράδοξο. Οσο περισσότερα αποκαλύπτονται τόσο πιο έντονη γίνεται η άρνηση και αποσιώπησή τους από την κυβέρνηση. Βρισκόμαστε στη χώρα των θαυμάτων.
«Οταν χρησιμοποιώ μια λέξη σημαίνει ότι επιλέγω τι σημαίνει – τίποτα περισσότερο ή λιγότερο», λέει ο Χάμπτι Ντάμπτι στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». «Οσο δεν απαντάω για κάτι που γίνεται, σημαίνει ότι δεν υπάρχει – τίποτε περισσότερο ή λιγότερο», λέει η κυβέρνηση. Ολοι οι έγκυροι νομικοί και σχολιαστές, όλες οι διεθνείς και κυβερνητικές εφημερίδες συμφωνούν ότι οι υποκλοπές είναι παράνομες, αντισυνταγματικές, υποσκάπτουν τη δημοκρατία. Σαν τον Μπάρτλεμπι του Μέλβιλ, ο Μητσοτάκης επαναλαμβάνει διαρκώς: «Προτιμάω να μην».
Οι θεσμικές και πολιτικές αναλύσεις έγιναν. Ολες οι πλευρές συζητήθηκαν εξουθενωτικά. Τα επιχειρήματα έγιναν και τελείωσαν – γιατί η μόνη απάντηση που δόθηκε ήταν η μη απάντηση. Φαίνεται να έχουμε μπει σε μια εικονική πραγματικότητα, στον κόσμο της Αλίκης. Οι πολιτικοί μοιάζουν με χαρακτήρες που όλο και περισσότερο γίνονται μάσκες του εαυτού τους, ηθοποιοί που διαβάζουν τα λόγια τους, αλλά είτε δεν τα πιστεύουν είτε δεν είναι καλοί στην τέχνη τους. Παρακολουθώντας μια πετυχημένη σαπουνόπερα αναγνωρίζουμε και νοιαζόμαστε για τα προβλήματα των πρωταγωνιστών. Ομως, ξέρουμε ότι είναι ηθοποιοί, δημιουργήματα μυθοπλαστικής φαντασίας. Εμείς μπορεί να στενοχωριόμαστε με τις αγωνίες και τα παθήματα τους, αλλά εκείνοι γυρίζουν σπίτι μετά την κινηματογράφηση.
H απάτη
Στην πολιτική σαπουνόνερα το πρόβλημα είναι αντίστροφο. Ξέρουμε ότι οι πρωταγωνιστές είναι πραγματικοί άνθρωποι, αλλά τα λόγια που αρθρώνουν και το σενάριο που παίζουν δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Μας καλούν να γνωρίσουμε την οικογένειά τους, να μάθουμε για τις διακοπές και τα παιδιά τους. Τους λέμε Κυριάκο και Μαρέβα, Ντόρα και Αδωνη, σαν να ήταν φίλοι. Είναι πρωταγωνιστές σε ένα σίριαλ, μας ζητούν να πιστέψουμε τις περιπέτειες και τις επιτυχίες τους, αλλά όχι και απόλυτα – να τους μισοπιστέψουμε. Η πολιτική, βέβαια, ήταν πάντα μια παράσταση, το θεατρικό της μέρος τόσο σημαντικό όσο και το επιτελικό. Αλλά ως σαπουνόπερα ή ριάλιτι σόου, η πλοκή γίνεται πιστευτή και το έργο πετυχημένο όσο περισσότερο απέχει από οτιδήποτε είναι πραγματικό. Στο θέατρο χανόμαστε για λίγο στον φανταστικό κόσμο που σκηνοθετείται. Στην πολιτική σαπουνόπερα, βρισκόμαστε διαρκώς σε μια ζώνη λυκόφωτος όπου η αλήθεια και το ψέμα γίνονται ένα.
Είμαστε εκούσια θύματα μιας ομαδικής απάτης. Ξέρουμε ή υποπτευόμαστε την τεράστια απόσταση μεταξύ της πραγματικής κατάστασης και όσων λέει ο Μητσοτάκης για τη διεθνή θέση της Ελλάδας, τις μεγάλες επιτυχίες, την οικονομική ανάπτυξη. Ξέρουμε ότι απέλυσε τον ανιψιό και τον παραγιό που τους είχε βάλει υπεύθυνους του παρακράτους «αντ’ αυτού». Ξέρουμε ότι έκαναν υποκλοπές και παρακολουθήσεις φίλων και εχθρών, όλων και όποιου να ’ναι. Εντούτοις, είμαστε διατεθειμένοι να πιστέψουμε ότι οι «αντ’ αυτού» δεν του είπαν τι έκαναν και ποιους άκουγαν, ότι ποτέ δεν ανέφεραν τις ενέργειες στο αφεντικό. Οι δηλώσεις και οι πράξεις ανήκουν σε διαφορετικούς επιστημολογικά κόσμους που συγχέονται, σε μια ψεμαλήθεια.
Ξέρουμε την απόσταση μεταξύ δηλώσεων και πραγματικότητας όσο την ξέρουν και οι πολιτικοί-ηθοποιοί, αλλά είμαστε στρατευμένοι σε μια συμμαχία προθύμων να πιστέψουν. Ετσι, λοιπόν, ο κληρονόμος της δυναστείας αποκαλεί τους αντίπαλους «αριστερούς της σαμπάνιας»· οι θάνατοι από covid είναι οι δεύτεροι περισσότεροι στον κόσμο, αλλά η κυβέρνηση σταματάει τη δημοσιοποίηση των στοιχείων· το «καλάθι του νοικοκυριού» απαντάει στον πληθωρισμό 10%, είμαστε στη θέση 108 παγκοσμίως για την ελευθερία του Τύπου, αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι αξιόπιστα· πρόσφυγες επαναπροωθούνται και πνίγονται στο Αιγαίο, αλλά αυτές είναι διαβολές των εχθρών της Ελλάδας· πρέπει να μάθουν τα θύματα αν και γιατί τους παρακολουθούσαν… No problem, αλλάζουμε τον νόμο, θα το μάθουν σε τρία χρόνια, όλα καλά. Οπως έλεγε ένα μεσαιωνικό διάταγμα, η εξουσία του Πάπα (βλέπε Μητσοτάκη) είναι διαπλαστική: μπορεί να αλλάξει τον νόμο ή να εξαιρέσει κάποιον από την εφαρμογή του. Μπορεί να φτιάξει κάτι από το μηδέν, να νομιμοποιήσει τις παρανομίες. Ζώνη λυκόφωτος, ψεμαλήθεια.
Η αυταπάτη
Η απάτη επιβιώνει λόγω της δικής μας χρόνιας αυταπάτης. Ξέρουμε ότι αυτά που πιστεύουμε είναι ανακριβή, λάθος, ψέματα, αλλά εμείς επιμένουμε να τα δεχόμαστε. Πιστεύουμε και ομνύουμε σε αρχές και αξίες, αλλά δεν τις ακολουθούμε. Πιστεύουμε στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά αδιαφορούμε για το τι γίνεται στον Εβρο. Πιστεύουμε στη δημοκρατία, αλλά δεν μας ενοχλεί ότι τα τηλέφωνα της μισής πολιτικής τάξης παρακολουθούνται. Πιστεύουμε στην κοινωνική συνοχή, αλλά δεν μας ενοχλεί το γεγονός ότι ενώ η φτώχεια, η ανεργία, η αστεγία γιγαντώνονται, οι ανισότητες και οι εκατομμυριούχοι πολλαπλασιάζονται. Πιστεύουμε στην ελεύθερη αγορά, αλλά δεν μας πειράζουν τα μονοπώλια του Μαρινάκη.
Είναι η αυταπάτη μιας κοινωνίας που αποκωδικοποιεί την υποκριτική τέχνη και την υποκρισία των πολιτικών, αλλά δεν αλλάζει. Εχουμε αποδομήσει την ιδεολογία, αλλά συνεχίζουμε να λειτουργούμε σύμφωνα με τις προσταγές της. Σε αντίθεση με προηγούμενες εποχές –πάντα η ιδεολογία φτιασίδωνε την πραγματικότητα– ξέρουμε την απάτη, είμαστε πιο τίμιοι γιατί είμαστε πιο κυνικοί. Ετσι η ιδεολογία λειτουργεί ως κριτική της ιδεολογικής ελπίδας: μην πιστεύετε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα, ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Πρώτη δουλειά της ιδεολογίας σήμερα είναι να καταστρέφει κάθε αντίσταση, παρουσιάζοντάς την αδύνατη, ουτοπική, εξωπραγματική. Εχουμε κάνει την ουτοπία πραγματισμό, τη ριζοσπαστική προσδοκία μπανάλ ρεαλισμό. Ζούμε στην εποχή της μαζικής αυταπάτης, είμαστε εθελούσια θύματα του μηδενιστικού κυνισμού.
Ο κυνισμός της εξουσίας
Τα παραδείγματα του κυνισμού και του μηδενισμού της εξουσίας είναι καθημερινά. Ο κυνισμός χρησιμοποιεί την ηθική υποκριτικά για να την υποσκάψει, αφού την αποδέχεται επιφανειακά και ταυτόχρονα την παραβιάζει. «Ξέρουμε ότι αυτά που σας λέμε είναι ψέματα και αυτά που κάνουμε, άδικα, εντούτοις τα λέμε, τα κάνουμε και βρίσκουμε και ηθικοφανείς δικαιολογίες». Οι πολιτικοί γνωρίζουν το χάσμα και συνεχίζουν απτόητοι, αξιοποιώντας μια μοντέρνα αρχή ότι ένα ψέμα που επαναλαμβάνεται συχνά γίνεται αλήθεια και τη μεταμοντέρνα ότι ό,τι επαναλαμβάνεται συχνά καταντάει βαρετό και απωθεί τους ανθρώπους που παύουν να ασχολούνται μαζί του.
Η αναγνώριση της σημασίας της ηθικής αιτιολόγησης κάνει τον κυνισμό μια ιδεολογία που προσπαθεί να προβλέψει και να απαντήσει εκ των προτέρων στις πιθανές κριτικές στην υποκρισία του. Η υποκρισία, βέβαια, αποτελεί τον φόρο που το ψέμα και το άδικο πληρώνουν στην αλήθεια και την αρετή. Από την άλλη, εμείς, οι απομυθοποιητές της ιδεολογίας, μοιάζουμε με το παιδί που, αφού τις τρώει καθημερινά από τον νταή του σχολείου, γυρίζει στο σπίτι χαρούμενο γιατί κατάλαβε ότι ο νταής είναι βλάκας και αμόρφωτος. Υποφέρουμε από το «σύνδρομο Καϊλή»: ξέρουμε ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσα στην όμορφη μάσκα της εξουσίας και την άσχημη κρυφή πλευρά της, αλλά εξακολουθούμε να σαγηνευόμαστε από τη μάσκα. Ξέρουμε ότι πίσω από τους ισχυρισμούς περί οικουμενικών αρχών βρίσκονται συγκεκριμένα συμφέροντα, αλλά συνεχίζουμε να αποδεχόμαστε τα ψέματα. Ξέρουμε ότι ο αυτοκράτορας είναι γυμνός, αλλά συνεχίζουμε να υποκρινόμαστε πως δεν το βλέπουμε. Κομπάρσοι και θεατές στη σαπουνόπερα της πολιτικής, ζούμε στη χώρα των θαυμάτων.
*Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, διευθυντής του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς»
