Βουτηγμένοι στον επαρχιωτισμό της περιφέρειας και στις εικόνες που μας σερβίρουν οι πολιτικές και οι οικονομικές ελίτ, έχουμε ξεχάσει τα επώδυνα γεγονότα της πολύ σύγχρονης Ιστορίας, τους πρωταγωνιστές τους αλλά -και το κυριότερο- να αξιολογούμε τα πιο σημαντικά απ’ όσα διαδραματίζονται στον τρέχοντα χρόνο. Και ένα από τα πιο σημαντικά θέματα που εξελίσσονται τώρα αλλά θα επηρεάσουν τον τόπο τις επόμενες δεκαετίες, είναι η… Γερμανία. Θα εκμεταλλευτεί το τεράστιο πλεονέκτημα που της προσφέρει η οικονομική κρίση για να απομυζήσει ακόμα περισσότερο τους Ευρωπαίους εταίρους; Θα αλλάξει πολιτική ανακαλύπτοντας (!) την «αλληλεγγύη» ή με άλλοθι την αλληλεγγύη θα αξιοποιήσει τα οικονομικά αδιέξοδα των οικονομικά προβληματικών Ευρωπαίων εταίρων της για να ολοκληρώσει ό,τι ξεκίνησαν η Μέρκελ και ο Σόιμπλε το 2010;
Η σύγχρονη Ιστορία δείχνει ότι η Γερμανία εκμεταλλεύτηκε όλες τις οικονομικές κρίσεις για να καταφέρει σε ιστορικά ελάχιστο χρόνο (1945-1999) να αναδειχτεί από κράτος-παρίας σε οικονομική και πολιτική υπερδύναμη. Ακολουθώντας την πολιτική που υπαγορεύει το δόγμα «ισχύς μέσω του εμπορίου», κατάφερε να εξασφαλίσει τον έλεγχο της Ευρώπης και να έχει αναδειχτεί στο κράτος-ηγέτη που ονειρεύονταν ο Βίσμαρκ και ο Κάιζερ. Φυσικά οι γερμανικές πολιτικές και οικονομικές ελίτ φρόντιζαν να προσαρμόζουν το δόγμα της γεωπολιτικής ισχύος με την αξιοποίηση της οικονομικής ισχύος στις ιδιαιτερότητες της κάθε εποχής. Ετσι, το 2006 ως υπουργός Εξωτερικών της καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ, ο Σταϊνμάγερ εισήγαγε την έννοια της «αλλαγής μέσω της διασύνδεσης» και με τον τρόπο αυτό η Γερμανία πέρασε από το στάδιο της εξαγωγικής υπερδύναμης στη φάση της ενδυνάμωσης μέσω εμπορικών και ενεργειακών συμπράξεων. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι το Βερολίνο θα στρεφόταν προς τη Ρωσία για την… ενέργεια και προς την Κίνα για να διευρύνει τις εξαγωγές της και να εξασφαλίσει τις κρίσιμες πρώτες ύλες για τη βιομηχανία της. Σήμερα, με τον πόλεμο στην Ουκρανία το δόγμα του εμπορίου και της διασύνδεσης κλυδωνίζεται, καθώς οι δυο (Ρωσία και Κίνα) από τους τέσσερις «πυλώνες» (σ.σ. οι υπόλοιποι είναι οι ΗΠΑ και η Ε.Ε.) βρίσκονται στην… απέναντι όχθη.
Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τις ΗΠΑ και τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. που εξακολουθούν να παραμένουν στο γερμανικό στρατόπεδο; Μπορεί η Γερμανία, αδυνατώντας να πιέσει τις ΗΠΑ να αναπληρώσουν τις απώλειες, να σφίξει ακόμα περισσότερο τον βρόγχο στους ήδη εξασθενημένους και αδύναμους να της αντισταθούν Ευρωπαίους εταίρους της;
Για να υπάρξουν απαντήσεις θα πρέπει καταρχήν να εξετάσει κανείς τι σημαίνουν η Ρωσία και η Κίνα για τη γερμανική κυριαρχία. Με δεδομένο ότι οι οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία περιορίζονταν κυρίως στους υδρογονάνθρακες, για το Βερολίνο η Μόσχα είναι μια σημαντική αλλά όχι ζωτικής σημασίας αγορά για τη γερμανική βιομηχανία. Αντίθετα, η εξάρτηση από την Κίνα λόγω της πολυπλοκότητας και της πολυμέρειας έχει βαρύνουσα σημασία για την οικονομία της Γερμανίας και το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της εκτός Ευρώπης.
Η γερμανική βιομηχανία χρειάζεται κινεζικές πρώτες ύλες για την παραγωγή της. Για παράδειγμα, το λίθιο και το κοβάλτιο καθώς και ορυκτά σπάνιων γαιών είναι ζωτικής σημασίας για τη μετάβαση σε μηδενικές εκπομπές άνθρακα. Επίσης οι γερμανικές επενδύσεις στην Κίνα και οι εξαγωγές είναι τόσο μεγάλες ώστε να υπαγορεύουν… πολιτικές που υποβαθμίζουν -ενίοτε μάλιστα αγνοούν- τον κινέζικο αυταρχισμό. Για παράδειγμα, ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας Volkswagen, με το επιχείρημα ότι η παρουσία της εταιρείας στην Xinjiang «μεταφέρει τις αξίες μας στον κόσμο», υπερασπίστηκε τη λειτουργία του εργοστασίου της Volkswagen σε μια περιοχή όπου η Κίνα πραγματοποιεί μαζικές, συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά του κυρίως μουσουλμανικού πληθυσμού των Ουιγούρων. Η υποβάθμιση της αυταρχικής συμπεριφοράς της κινεζικής ηγεσίας δεν είναι ανεξάρτητη από το γεγονός ότι για τη Volkswagen η Κίνα αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 40% των παγκόσμιων εσόδων της και -πιθανότατα- το μεγαλύτερο μέρος των κερδών της. Ανάλογη στάση ακολουθούν και άλλοι γερμανικοί κολοσσοί. Η BASF, για παράδειγμα, που έχει επενδύσει δέκα δισεκατομμύρια ευρώ σε ένα νέο συγκρότημα παραγωγής στη νότια Κίνα, ζήτησε από τους Γερμανούς πολιτικούς να αποφεύγουν τις λεκτικές επιθέσεις κατά της Κίνας.
Επομένως τα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται στις σχέσεις της Γερμανίας με τη Ρωσία και την Κίνα, δεν θα αφήσουν ανεπηρέαστες τις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον και τους Ευρωπαίους «εταίρους». Με δεδομένο ότι η ισχύς των ΗΠΑ δεν επιτρέπει στη Γερμανία να αναπληρώσει -ενδεχόμενες- απώλειες από την αμερικανική αγορά, αυτό που της απομένει είναι η ελεγχόμενη Ε.Ε. Τα κρίσιμα ερωτήματα που ανακύπτουν και όλοι αποφεύγουν να θέσουν δημόσια είναι: Πόσο παραπάνω θα «αρμέξει» η Γερμανία τους Ευρωπαίους εταίρους της -κυρίως τον ευάλωτο Νότο- για να ρεφάρει; Ποιες πολιτικές θα ακολουθήσει το Βερολίνο για να αναπληρώσει τις απώλειες από την αλλαγή του δόγματος «πολιτική ισχύς μέσω του εμπορίου»; Τι μπορεί να σημαίνουν οι αλλαγές για τις μικρές ευρωπαϊκές χώρες με ασθενικές οικονομίες όπως η Ελλάδα;
Το σίγουρο είναι ότι σήμερα με το χρέος των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου να έχει εκτιναχθεί και τον πληθωρισμό να διαβρώνει τις ευάλωτες οικονομίες, το Βερολίνο έχει την ευκαιρία να επιβάλει στους «εταίρους» του νέους και πιο επαχθείς όρους σε σχέση με το 2010. Αλλωστε οι Γερμανοί έχουν αποδείξει ότι μπροστά στο συμφέρον τους τα όρια, οι φραγμοί και οι αρχές έχουν ελάχιστη σημασία. Ακόμα και όσοι αμφισβητούν τη συμβολή της ιδιοτέλειας στις πολιτικές που ακολουθεί το Βερολίνο, δεν μπορούν να αγνοήσουν το γεγονός ότι οι γερμανικές πολιτικές της ελίτ αξιοποιώντας το δόγμα της «αλλαγής μέσω του εμπορίου», άλλοτε προκαλώντας και άλλοτε αξιοποιώντας κρίσεις και εντάσεις, κατάφεραν να μετατρέψουν την Κεντρική Ευρώπη σε αλυσίδα εφοδιασμού και την υπόλοιπη Ευρώπη σε εξαγωγική της αγορά που τροφοδοτεί το εμπορικό της πλεόνασμα. Και εύλογα ανακύπτει το ερώτημα: Τι σχεδιάζει τώρα η Γερμανία;
* Δημοσιογράφος, συγγραφέας
