Ο γράφων καταπιάνεται με την ποίηση από ψυχική διάθεση και πνευματική ενασχόληση. Δεν παριστάνει τον ποιητή, γιατί δεν είναι. Ποιητής είναι μόνο ο Θεός και κανείς άλλος.
Επί τη ευκαιρία όμως ο γράφων παραθέτει δύο υπαρξιακά ποιήματα δικά του, των οποίων το νόημα, ναι μεν ανεπιτήδευτα βαθυστόχαστο υψηλού ύφους, όμως μη δυσνόητο, αλλά άμεσα κατανοητό στον κάθε απλό άνθρωπο, από το οποίο επωφελείται πνευματικά:
Πρώτο: Απορία
– Τι είμαι; Δε γνωρίζω./Από πού ήρθα; Ούτε ξέρω/Και πού πάω; Πάλι δεν ξέρω.
Αραγε γιατί είμαι χαρούμενος;
– Σε όλο το σύμπαν και τη ζωή/ δεν είναι τίποτα δικό μου/ ούτε και τον εαυτό μου.
Αραγε γιατί είμαι χαρούμενος;
– Καθώς διαβαίνω τα στερνά/ γυρίζω πίσω μου και βλέπω/ πως όλα ήταν μια
φασαρία! Αραγε γιατί είμαι χαρούμενος;
– Να λέγομαι άραγε χαρούμενος/ ή απλά χαζοχαρούμενος/ έχοντας άγνοια της άγνοιάς μου/ για πράγματα άγνωστα στην αφεντιά μου;
– Αν θέλεις να ευτυχήσεις /και ποτέ μη δυστυχήσεις/ ν’ αντιστέκεσαι στον εαυτό σου/ που ’ναι ο χειρότερος εχθρός σου/ από φοβίες, εμμονές και πάθη/ που η νοσηρή
φαντασία πλάθει.
– Επίσης απόφευγε να ζεις / μ’ ενοχές του παρελθόντος/ και με του μέλλοντος ανησυχίες/ για το καλό σου όντως.
– Οταν έτσι σκέφτεσαι/ την ψυχή σου θ’ απαλύνεις/ έχοντας πλέον αίσθηση/ εσωτερικής γαλήνης.
Φαραί Αχαΐας
Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Εφ.Συν.» τη Δευτέρα 02/01/2022.
