Γλύπτης και ζωγράφος με φρέσκια και ερευνητική ματιά, ο «αιώνιος έφηβος» Γιώργος Ζογγολόπουλος (1903–2004), που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 101 ετών, λάτρευε τη μουσική. Αλλωστε, σε διάφορες αποστροφές του λόγου του είχε επισημάνει πως «μια μουσική του Σούμαν έχει έναν όγκο ιδιαίτερο.
Μια μουσική του Μότσαρτ έχει έναν όγκο διαφανή. Μια μουσική του Μπαχ έχει έναν όγκο μνημειακό. Από την πλαστική πλευρά, όταν βλέπεις ένα έργο με έναν ορισμένο ρυθμό, σε πάει κάπου, ακόμα και ηχητικά αν θέλεις, ερμηνεύεται ενστικτωδώς μέσα σου. Οχι ότι είναι γραμμένα σε γραφή μουσικής, όχι. Τα κίνητρα που σου δίνει το έργο ηχούν σαν μουσική».
Τον ποιητικό, σχεδόν μουσικό τρόπο που ο Ζογγολόπουλος έβλεπε τον κόσμο μάς καλεί να ανακαλύψουμε η έκθεση με τίτλο «Τα έργα ηχούν σαν μουσική», που εγκαινιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Ιδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου και την Art Thessaloniki, σε επιμέλεια της ιστορικού Τέχνης και μουσειολόγου δρος Κατερίνας Κοσκινά.

Μέσα από 18 γλυπτά και 13 ζωγραφικά έργα του σπουδαίου καλλιτέχνη, ο οποίος συνδέθηκε άρρηκτα με τη Θεσσαλονίκη –οι «Ομπρέλες» του στην παραλία έχουν γίνει τοπόσημο–, το κοινό θα ανακαλύψει πτυχές της πολυσχιδούς δημιουργίας του. Γλυπτά που εκφράζουν την έννοια του ρυθμού μέσα από την υδροκινητική λειτουργία. Ανάλαφρες μεταλλικές συνθέσεις που ενεργοποιούνται από τα στοιχεία της φύσης. Μεγεθυντικοί φακοί που δίνουν άλλες διαστάσεις στον χώρο. Γεωμετρικά σχήματα στον καμβά δουλεμένα με χρωματική αρμονία και φως.
«Οι “Ομπρέλες” του έχουν μια μουσικότητα με αυτές τις λοξές κάθετες που θα μπορούσε να είναι η βροχή και ταυτόχρονα σημεία στήριξης… είναι σαν νότες πάνω στο πεντάγραμμο», μας λέει η Κατερίνα Κοσκινά η οποία τονίζει πως το θέμα του ρυθμού διέπει όλο το έργο του Ζογγολόπουλου. «Το πρώτο κομμάτι της δουλειάς του, τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 είναι πιο μοντέρνο, ενώ από το ’70 και μετά δουλεύει με τρόπο πιο σύγχρονο, κυρίως με μέταλλο και ανοξείδωτο χάλυβα και τα έργα του γίνονται πιο ανάλαφρα. Τα κύρια ζητήματα που τον απασχολούν είναι η μνήμη, η ισορροπία, ο χώρος, ο χρόνος, μεγέθη οικουμενικά και πανανθρώπινα αντιληπτά. Προκύπτουν όλα από τον κόσμο των αισθήσεων, των ιδεών, από την παρατήρηση της φύσης και ευρύτερα του σύμπαντος».

Η ίδια τον γνώριζε καλά και τον περιγράφει ως «άνθρωπο που ενδιαφερόταν για την τέχνη διεθνώς, ενημερωνόταν και παρακολουθούσε τα ρεύματα, και από πολύ νέος ταξίδεψε με τη γυναίκα του Ελένη Πασχαλίδου. Ηταν καλλιεργημένος, ανοιχτός, ευγενής, αγαπητός, πολύ χαριτωμένος και χωρίς ηλικία. Επειτα από τόσα χρόνια η δουλειά του παραμένει δροσερή και φρέσκια».
Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος έχει διακριθεί στα έργα μεγάλης κλίμακας, στον δημόσιο χώρο, όπως το μνημείο για τον Γοργοπόταμο, που ενεργοποιείται ηχητικά από τον άνεμο, το «Πεντάκυκλο» στην πλατεία Ομονοίας –η υδροκίνηση της κατασκευής για μικρό διάστημα τέθηκε σε λειτουργία–, ο «Χορός του Ζαλόγγου» με τις φιγούρες ορατές από απόσταση 30 χλμ., αλλά και το «Cor-ten» που δίχασε όταν πρωτοστήθηκε στη ΔΕΘ, το 1966. «Ενας καλλιτέχνης που δημιούργησε τοπόσημα και αυτό δείχνει την ιδιαίτερη σχέση του με τον χώρο. Δεν έχει να κάνει με τη ματαιοδοξία “να τοποθετήσω κάπου το γλυπτό να το βλέπει πολύς κόσμος”, αλλά κυρίως με την ένταξή του στο τοπίο. Ετσι ένιωθε ότι ολοκληρώνεται το έργο», επισημαίνει η Κ. Κοσκινά.
Ως «κονκισταδόρο της τέχνης» περιέγραψε τον Γιώργο Ζογγολόπουλο, στα εγκαίνια της έκθεσης πριν από λίγες ημέρες, ο ανιψιός του και πρόεδρος του ομώνυμου Ιδρύματος, Νίκος Θεοδωρίδης, εξηγώντας ότι διαρκώς αναζητούσε καινούργια πράγματα, μεθόδους και υλικά που στο τέλος τα κατακτούσε. Ο πρόεδρος του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, Βασίλης Γάκης, αναφέρθηκε στη σχέση της πόλης με τον Ζογγολόπουλο καθώς εκτός από τα γνωστά –«Cor-ten» και «Ομπρέλες»– υπάρχουν συνολικά εννέα γλυπτά στον δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης. Επίσης εξέφρασε τη φιλοδοξία, με αφετηρία αυτή την έκθεση, «το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης να αξιοποιήσει την πλατεία και τους χώρους κυριότητάς του σε μια ανοιχτή δημόσια γλυπτοθήκη».
? ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, κτίριο Μ1 Χρ. Λαμπράκης, φουαγιέ 3ου ορόφου. Διάρκεια έκθεσης μέχρι 31 Μαρτίου. Ημέρες & ώρες λειτουργίας: Δευτέρα έως Σάββατο 17.00-20.00, Κυριακή 12.00-20.00. Είσοδος ελεύθερη
