Αν διατρέξουμε την ιστορία από τον Ιπποκράτη, τον πατέρα της Iατρικής, έως τον Bichat, τον θεμελιωτή της σύγχρονης βιολογίας, θα δούμε ότι «η ζωή είναι το σύνολο των λειτουργιών που αντιστέκονται στον θάνατο»: δηλαδή ότι το ζωντανό σώμα είναι σε κρίσιμη κατάσταση, χρόνια ή επίκαιρη, πράγμα που θα βρούμε και στο τέλος της διαδρομής μας σήμερα.
Γιατί λοιπόν το σώμα είναι αυτομάτως (ipso facto) σε κρίση; Και για ποιoν λόγο διαιωνίζεται η κρίση έχοντας εν-σωματωθεί; Πώς μπορεί να αλλάζει όψεις η «πρωτεϊκή» αυτή κρίση; Για δυο λόγους.
Κατά πρώτον, διότι το σώμα, εφόσον είναι ενορμητικό – αυτό είναι η εντελώς ιδιαίτερη συνεισφορά της ψυχανάλυσης, και που η Iατρική αγνοεί από θέσεως επαγγέλματος (είναι καθήκον της κατά κάποιον τρόπο κι η επιστήμη αποδίδει την επιτυχία της στο ότι αγνοεί το πραγματικό της ενόρμησης, βγάζοντάς το εκτός παιχνιδιού, «εκτός επιστήμης» ) – το ενορμητικό σώμα, αυτό που η ψυχανάλυση καλείται να διερευνήσει, είναι χρονίως σε κρίση ως προς το υποκείμενο που, επίσης, με τη σειρά του, είναι σε κρίση ως προς αυτό που αποκαλεί αβασάνιστα σώμα «του».
Αυτό βέβαια το χρονίως μπορεί ευκαιριακά να περάσει μία οξεία φάση- ο Freud το έμαθε από την υστερική μετατροπή και τις υστερικές κρίσεις, επιβεβλημένη θύρα πρόσβασης στο ζήτημα του ασυνείδητου σώματος.
Ο,τι κι αν λέει η ψυχοσωματική σχετικά με την υστερία, βρισκόμαστε στην αρχή μόνο της διερεύνησής της. Απέχει πολύ από το να θεωρηθεί «παλιά υπόθεση».
Μένει ακόμα να ανακαλύψουμε την ανεξάντλητη σοφία και την εφευρετικότητα που επιδεικνύει έτσι ώστε να μην την αναγνωρίζουμε κάτω από τα διάφορα κοστούμια εποχής που ενδύεται – πρωτεϊκός τρόπος για να συνεχίζει να παραμένει αυτό που είναι.
Το υστερικό σώμα είναι ένα πραγματικό παλίμψηστο των εκάστοτε παραλλαγών του ιατρικού σώματος, καθώς το υστερικό υποκείμενο ακολουθεί κατά πόδας τις εξελίξεις του ιατρικοποιημένου συμπτώματος για να το παρωδήσει με ανεξάντλητο ταλέντο, μπορώντας –όπως το είχαν ήδη καταλάβει καλά οι προφροϋδικοί ψυχίατροι- να υποκριθεί οποιαδήποτε οργανική πάθηση… Η δυνητική πυρετώδης κατάσταση που αναζωπυρώνει τη διέγερση και δίνει ώθηση για την αναζήτηση ενός αντικειμένου του οποίου ο σκοπός αλλάζει διαρκώς: αυτό ακριβώς είναι το σώμα της ενόρμησης.
Κατά δεύτερον, διότι το σώμα βρίσκεται σε ένταση και σε σύγκρουση με τον πολιτισμό εξαιτίας του μείζονος γεγονότος της καταπίεσης που γίνεται το αντικείμενο της ενόρμησης. Καταπίεση της ενόρμησης (Triebenunterdrukung), επί της οποίας «θεμελιώνεται» ο πολιτισμός.
Το σώμα λοιπόν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου της «πολιτισμένης σεξουαλικής ηθικής», της «σύγχρονης νευρικής διαταραχής» και των «μεταμοντέρνων», «υπερμοντέρνων» (όπως ονομάζονται, σε έναν πληθωρισμό «νεολογισμών») μεταμορφώσεών της, το σώμα του υποκειμένου, που αναλαμβάνει να πει ότι εξεγείρεται ενάντια σε αυτό το πεπρωμένο, το σώμα που, όσον αφορά την πολιτισμική συνθήκη της ενόρμησης, είναι ένας τόπος χρονίως κρίσιμος. Μόνο που κάθε μορφή της «δυσφορίας –του-πολιτισμού» εφευρίσκει, κάθε φορά και μια καινούργια μορφή.
Η σιωπή της υγείας και ο θόρυβος των οργάνων
Το ιατρικό ιδεώδες της υγείας, το ύψιστο αγαθό (Summum bonum) της νεωτερικότητας, λέει ακριβώς το αντίθετο. Εξ ου και η απήχηση της διατύπωσης του χειρουργού Leriche: «Η υγεία είναι η σιωπή των οργάνων». Η υγεία φαίνεται λοιπόν πως είναι ψυχρή.
Η Ιατρική έχει μια ψυχρή αντίληψη της «υγείας» κι εμείς προσαρμοζόμαστε άριστα σε αυτό,αφού, όταν κάτι «στραβώσει» με την υγεία μας, αυτή την «ψυχρότητα» προσβλέπουμε να ξαναβρούμε κι όχι τον «θόρυβο» και την «υπερθέρμανση» των οργάνων.
Για μας όμως τους αναλυτές, τη λίμπιντο την επωμίζεται το σύμπτωμα. Και η εμπειρία μας λέει πως, όταν τα όργανα δεν «θερμαίνονται» αρκετά, τότε ακριβώς είναι που το υποκείμενο «πέφτει άρρωστο». Μια «καλή σωματοποίηση», αν μπορώ να το πω έτσι, είναι συχνά ένας τρόπος για να «ξαναβρεί κανείς την υγειά του» ή, εάν δεν, για να ζήσει μια ζωή ασυνείδητης απόλαυσης υπό την αιγίδα, έστω, του πόνου ή μιας δυσφορίας που του έχει γίνει οικεία […]
● Απόσπασμα από το βιβλίο «Το σώμα σε κρίση στον ψυχαναλυτικό και ιατρικό λόγο», Γιώργος Δημητριάδης, Christian Hoffmann, Λίσσυ Κανελλοπούλου (επιστημονική επιμέλεια), μετάφραση Θεοδώρα Τζώλα, Εκδόσεις ΚΟΥΚΚΙΔΑ 2020
Λεόνουρος ο καρδιακός
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Leonurus cardiaca. Εχει θετική δράση σε καρδιά, νευρασθένειες, επιληψία, αρτηριοσκλήρυνση. Στη χώρα μας το συναντούμε σπάνια με την ονομασία λεόνουρος, λεονούριο, παναγιόχορτο ή δεσποινόχορτο. Φυτρώνει σε χαλάσματα, πλαγιές, άκρες δρόμων, παλιούς τοίχους και επιχωματώσεις.
Ο Κούλπεπερ (1653) έγραφε για το παναγιόχορτο ότι «δεν υπάρχει καλύτερο βότανο για να διώξεις τα σύννεφα μελαγχολίας απ’ την καρδιά, να της δώσεις δύναμη και να κάνει την ψυχή ευτυχισμένη, εύθυμη και χαρωπή».
Περιέχει μία πικρή ουσία, τη λεονουρίνη, τανίνες, αιθέριο έλαιο, βιταμίνη Α και ένα αλκαλοειδές (λεονουρινίνη) και γλυκοσίδια που ρίχνουν την πίεση του αίματος. Εχει λοιπόν δράση καταπραϋντική λόγω των γλυκοσιδίων, εμμηναγωγική λόγω του αλκαλοειδούς και αντιδιαρροϊκή λόγω των τανινών.
● Πληροφορίες από την ιστοσελίδα: «Η τροφή μας το φάρμακό μας».
