Τελικά οι διωγμοί εναντίον των πρώτων χριστιανών προέκυψαν ως άσκηση μιας παράλογης βίας ή μήπως ήταν η μόνη δυνατή αντίδραση της, κατά τα άλλα, θρησκευτικά ανεκτικής Ρώμης μπροστά στους κινδύνους που την απειλούσαν; Ο θρίαμβος του χριστιανισμού απέναντι στον παγανισμό ήταν κάτι το αναπόφευκτο ή μήπως ήταν αποτέλεσμα μιας καταστροφικής επίθεσης εναντίον του πολιτισμού που γέννησε την επιστήμη, τη φιλοσοφία και την τέχνη από τους φορείς μιας ριζικά αντίθετης κοσμοαντίληψης που έθετε στο επίκεντρό της τον αυτοβασανισμό και την τυφλή πίστη σε μία μοναδική αλήθεια;
Η Nixey απαντά στα ερωτήματα αυτά παρουσιάζοντας με συνεχείς αναφορές σε εθνικούς και χριστιανούς συγγραφείς της εποχής αλλά και σε σύγχρονη βιβλιογραφία την αντιπαράθεση εθνικών και χριστιανών από τα τέλη του 1ου αιώνα μέχρι τον θρίαμβο του χριστιανισμού και τον ενταφιασμό κάθε ελεύθερης σκέψης με το πλέγμα νόμων του Ιουστινιάνειου Κώδικα το 529. «Οι σύντομοι και σποραδικοί ρωμαϊκοί διωγμοί κατά των χριστιανών», γράφει η Nixey, «ωχριούν μπροστά σε αυτά που έκαναν οι χριστιανοί στους εθνικούς –για να μην αναφέρουμε και τους δικούς τους αιρετικούς». Η δύναμη του βιβλίου έγκειται στον πειστικό τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας ανατρέπει αντιλήψεις, που, παρά τη μεσολάβηση του Διαφωτισμού και της επαναφοράς του ορθού λόγου, έχουν συντηρηθεί στη συλλογική συνείδηση. Μπορεί οι περισσότεροι πλέον να μη δεσμεύονται από τις επιταγές μιας θρησκείας που είναι ξένη προς τον τρόπο ζωής του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, αλλά το ξεκαθάρισμα της ιστορικής αλήθειας είναι αναγκαίο, αφενός ως ένα χρέος προς την αλήθεια καθεαυτή και αφετέρου για να φανεί πού μπορεί να οδηγηθεί η ανθρωπότητα όταν βρεθεί υπό την επιρροή ανορθολογικών δυνάμεων, κάτι που συμβαίνει σε μεγάλο μέρος του κόσμου μετά την αναβίωση του ισλαμικού φονταμενταλισμού.
Η ιστορία λοιπόν των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων γράφτηκε, μας λέει η Nixey, από τους νικητές. Αυτοκράτορες, όπως ο μειλίχιος Μάρκος Αυρήλιος και τοπικοί διοικητές, όπως ο Πλίνιος ο Νεότερος, κυριολεκτικά αναγκάζονται να οδηγήσουν στον θάνατο ανθρώπους που ασεβούν προς τους νόμους της αυτοκρατορίας και δεν αποδέχονται τον παραμικρό συμβιβασμό, συνεπαρμένοι από τον μεθυστικό πόθο του μαρτυρίου. Συγχρόνως, οι βίοι αγίων, οι περισσότεροι προϊόντα μυθοπλασίας, κατασκεύασαν μια πλαστή ιστορία χωρίς ίχνος αληθοφάνειας. Η μέχρι τότε αντίληψη ότι ο κάθε άνθρωπος μπορεί να διαλέγει τη θρησκεία της αρεσκείας του δίνει τη θέση της στην πεποίθηση πως κάθε άλλη πίστη εκτός από τη χριστιανική κατευθύνεται από τον Σατανά, συνεπώς είναι χρέος του χριστιανού να την αφανίσει.
Εθνικοί φιλόσοφοι και επιστήμονες, όπως ο Κέλσος, ο Πορφύριος, ο Γαληνός, ο Λιβάνιος και ο Θεμίστιος, τρομάζουν από τον φανατισμό των χριστιανών, θεωρώντας το σύστημά τους παράλογο και τους ίδιους ψυχωτικούς που μπορούν να διαβρώσουν τα ίδια τα θεμέλια του κόσμου. Αν και κάτι τέτοιο αρχικά φαινόταν απίθανο, τελικά βρέθηκαν, λόγιοι, όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Αυγουστίνος, που με τη δύναμη του λόγου τους, που είχε αποκτηθεί από τη σπουδή της αρχαίας φιλοσοφίας, έπεισαν για πράγματα μέχρι τότε αδιανόητα. Η Nixey μεθοδικά παρουσιάζει λοιπόν όχι μόνο περιθωριακούς ασκητές και αγίους, αλλά κεντρικά πρόσωπα της Εκκλησίας να δημιουργούν το νέο κλίμα φανατισμού και μισαλλοδοξίας, ενώ συγχρόνως παραθέτει συγκεκριμένα άρθρα του Θεοδοσιακού και Ιουστινιάνειου Κώδικα που μετατρέπουν βαθμιαία έναν κόσμο που λατρεύει το ωραίο και τη μελέτη της φύσης σε έναν κόσμο όπου όλα αποτελούν δυνητικές πύλες προς την αμαρτία και τη συντριβή της ψυχής. Ετσι, ο πολιτισμός όπου έλαμπαν τα έργα τέχνης θρυμματίστηκε από τους πελέκεις και τα καλέμια των χριστιανών υπό την καθοδήγηση των μεγάλων απολογητών της νέας θρησκείας. Δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιείται ο όρος «θρίαμβος» για τη νίκη του χριστιανισμού, μας λέει η Nixey, καθώς ο όρος αυτός σήμαινε τον ολοκληρωτικό αφανισμό του αντιπάλου. Την αγριότητα του χριστιανισμού δεν αρνιόταν άλλωστε ούτε ο Αυγουστίνος: «όπου υπάρχει τρόμος, υπάρχει σωτηρία […] Ω ελεήμων αγριότητα!» (Κήρυγμα 279.4).
Πόσο σωστά αποτύπωσε την ολοκληρωτική αυτή ερήμωση ο ποιητής Παλλαδάς: «Ως τώρα οι νεκροί άφηναν ζωντανή πίσω τους την πόλη, αλλά τώρα οι ζωντανοί την κουβαλάμε στον τάφο της».
