Το πιο ενδιαφέρον στον Καστελούτσι, που μας επισκέφτηκε πάλι με την τελευταία του παραγωγή, τo «Bros», στη «Στέγη», είναι ότι τον βλέπουν σχεδόν όλοι – τουλάχιστον όλοι εκείνοι με τους οποίους θα ήθελες να συζητήσεις μια παράσταση του… Καστελούτσι. Κι όχι μόνο στην Ελλάδα. Ο Ιταλός σκηνοθέτης από μια άποψη είναι ο τελευταίος των μεγάλων Ευρωπαίων σκηνοθετών, ο τελευταίος που μεταφέρει στο έργο του τη συνισταμένη της σημερινής ευρωπαϊκής σκέψης.
Η περιοδεία του κάθε φορά με ό,τι έχει δημιουργήσει αποτελεί περισσότερο από μια «τουρνέ» σε ευρωπαϊκά κέντρα, μια σειρά ανεβασμάτων της ίδιας παράστασης στην ίδια πατρίδα, μεταφέροντας το ελληνορωμαϊκό, ιουδαϊκο-χριστανικό, ουμανιστικό και διαφωτιστικό, έως και αντι-διαφωτιστικό, πολλαπλό θεμέλιο της δυτικής σκέψης, την πνευματική της υπόσταση μαζί με κάθε μεταφυσική της προέκταση. Ο Καστελούτσι κινείται τόσο βαθιά στα υπόγεια της ευρωπαϊκής σκέψης, ώστε αποδίδει το όνειρα και τους εφιάλτες της σαν έναν κοινό τόπο. Κι όταν ακόμη, όπως συμβαίνει κατά σύμπτωση με το «Bros», χρησιμοποιεί εικόνες ή αναφορές του Νέου Κόσμου, αυτές δεν αποτελούν παρά και πάλι μέρος του διάκοσμου με τον οποίο η Ευρώπη έχει ονειρευτεί τον «αποκεί», τον πέρα από τον Ατλαντικό, εαυτό της.
Το άμεσο αποτέλεσμα είναι πως με αφορμή παραστάσεις του Καστελούτσι απολαμβάνεις την ήπειρο να μιλάει την ίδια γλώσσα σαν γλώσσα της κοινής καταγωγής της. Ακόμα κι όταν –εξίσου σημαντικό– καθεμία από τις στάσεις της περιοδείας δίνει στα επιμέρους στοιχεία της παράστασης διαφορετική βαρύτητα. Κι εδώ, στο «Bros», υπήρχαν χώρες (π.χ. Ισπανία, Ελλάδα) στις οποίες η κριτική στάθηκε περισσότερο στο πολιτικο-ιδεολογικό υπόβαθρο –«αστυνομική βία», γαρ– και, όπως είναι επόμενο, αυτό συνέβη εκεί όπου το πρόσφατο παρελθόν εγκαλεί αντίστοιχες μνήμες – ανάμεσα μάλιστα στους εδώ θεατές δεν ήταν λίγοι που κατηγόρησαν την παράσταση για ιδεολογική ασάφεια και γενικολογία. Αλλες πάλι χώρες, με λιγότερη ή κοντύτερη μνήμη, ξεπέρασαν το επίπεδο αυτό και κινήθηκαν κατευθείαν σε περισσότερο μεταφυσικές ή θεολογικές διαστάσεις (Ολλανδία, Γαλλία).
Τα πράγματα είναι βέβαια περισσότερο «εννοιολογικά». Σε αντίθεση από τους περισσότερους που συνθέτουν ένα έργο τέχνης για να έχει ένα νόημα ή να επιτρέπει στον θεατή του να δημιουργήσει το δικό του, ο Καστελούτσι στην κυριολεξία αρνείται το ίδιο το νόημα, δημιουργώντας ένα νέο «παιχνίδι» ή αναδομώντας ένα παλιό με τρόπο ώστε να αποσυνδέεται από τη νοηματοδοτική λειτουργία του. Με άλλα λόγια, ας μην απογοητευόμαστε. Δεν είναι πως δεν μπορούμε ή δεν είμαστε σε θέση να εξάγουμε συμπέρασμα από ό,τι συμβαίνει επί σκηνής. Είναι που το «παιχνίδι» που βλέπουμε δεν έχει αποκτήσει ακόμα αναφορές. Ο Καστελούτσι ουσιαστικά μας γυρίζει πίσω σε ένα προγλωσσικό στάδιο μιας πραγματικότητας ρευστής και πρωτόθωρης, που φτάνει σε εμάς μέσα από αφιλτράριστα και χαοτικά ερεθίσματα.
Ετσι, στο θέατρό του, τουλάχιστον σε αυτό των τελευταίων χρόνων, ό,τι συμβαίνει επί σκηνής δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που ήδη συμβαίνει. Οπως και στο «Bros»: Εδώ, 25 ερασιτέχνες, άνθρωποι της κοινής πραγματικότητας, αντί να ερμηνεύσουν, να υποδυθούν ή να σημάνουν κάτι άλλο, εκτελούν απλά εντολές που τους μεταφέρει κάθε φορά ο σκηνοθέτης μέσω ενός κρυμμένου ακουστικού στο αυτί τους. Φορούν, μάλιστα, στολές παρμένες από την εικόνα της αμερικανικής αστυνομίας του Μεσοπολέμου, γνωστές στους περισσότερους από τις μπουρλέσκ ταινίες του βωβού κινηματογράφου.
Συνθέτουν έτσι μια χορογραφία συνειρμικά «κωμική», που στη συνέχεια ωστόσο θα προβεί σε έναν σωρό ενέργειες διόλου αστείες: σταδιακά το σώμα των «αδελφών», ο κοινός Χορός, θα ενωθεί σε μια τελετουργία που θα μεταδώσει την άυλη απορρόφηση του ατόμου από το σύνολο και των προσωπικών χαρακτηριστικών από τη στολή. Η χορογραφία θα περιλαμβάνει άλλοτε την ισχυροποίηση της ομάδας μέσα από μια σειρά κινήσεων, λειτουργιών, έως και θρησκευτικών τελετών. Κι άλλοτε τη βίαιη καταστολή της ατομικής παρέκκλισης με βασανιστήρια (σε αληθινή, παρακαλώ, εκτέλεση) ή με τη μιμητική ενσωμάτωση όλων των μελών σε κάτι που εκτελεί αρχικά ο ένας.
Μόνο κάτι βρίσκεται εκτός της ομάδας: είναι η είσοδος μιας βιβλικής φιγούρας στην αρχή, του Ιερεμία, που έρχεται για να μεταφέρει σε μια ξένη γλώσσα (ρουμάνικα) στίχους από τις θεόπνευστες προφητείες του σχετικά με την τιμωρία των απολωλότων εθνών. Γύρω από αυτόν θα αρχίσει να συντίθεται σαν απότοκο ή αντίκρισμα του λόγου του η πολύ πιο γήινη «Αστυνομία». Ωσπου στο τέλος, από αυτήν –από τα σπλάχνα της– θα προκύψει πάλι ένας νέος Ιερεμίας (;) – ένα παιδί με τη στολή του προφήτη και το σήμα του σερίφη στο στήθος.
Τι προηγείται; Είναι ο βιβλικός λόγος που δημιούργησε το κράτος δικαίου (και φόβου) ή, μήπως, η αρχέγονη ανάγκη μας για ασφάλεια που μετασχηματίστηκε στα μεταφυσικά σχήματα της εξουσίας; «Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;»: όπως συνεχίζει να επισημαίνει ένα από τα πανό που αναρτούν τα σώματα ασφαλείας προς τους θεατές του, σε έναν διαρκή αέναο κύκλο η εξουσία εμπεριέχει τη βία αλλά και την προϋποθέτει.
Η ατμόσφαιρα κατά τη γνώμη μου θυμίζει πολύ τον Κάφκα, και γι’ αυτό η παράσταση του Καστελούτσι είναι χαμένη στο ημίφως της δικής του παραδοξότητας και της δική τους πολύ «πραγματικής» απειλής από τον δαίδαλο του παραλόγου. Ομως, όπως είπαμε, παραπάνω αυτό δεν σημαίνεται ευθέως στον Καστελούτσι. Το αντίθετο, μάλλον, αντί να συμβολοποιείται επί σκηνής, η βία «συμβαίνει» στην κυριολεξία και μάλιστα μπροστά τα μάτια μας. Μας αρέσει ή όχι, το ίδιο το θέατρο βρίσκεται εντός των ορίων του κύκλου της, ακόμα και αν το ίδιο επαίρεται πως βλέπει τα πράγματα από πάνω.
Να, για παράδειγμα: 25 άνθρωποι δέχτηκαν να υπογράψουν ένα συμβόλαιο με το οποίο ήταν δεσμευμένοι να κάνουν ό,τι τους πει ένας «σκηνοθέτης». Για καλλιτεχνικούς λόγους, θα μου πείτε, το έκαναν… ωστόσο ας αναρωτηθούμε πόση δόση φασισμού περιέχεται στη «σύμβαση» αυτή της υπερ-μαριονέτας εκατέρωθεν των δύο μερών. Κι αν αυτό σας φαίνεται σχηματικό, σκεφτείτε λίγο και τη δική μας θέση. Ενώπιόν μας κάποιοι περφόμερ βασανίζουν κάποια στιγμή έναν άλλο άνθρωπο με το μαρτύριο του εικονικού πνιγμού, δημιουργώντας του την αίσθηση του «διαρκούς θανάτου».
Δεν πρόκειται περί μίμησης, δεν είναι ψέμα, δεν είναι τρικ (πολύ έξυπνα άλλωστε έχει προηγηθεί η όντως αναπαράσταση ενός δήθεν ξυλοδαρμού του). Αυτή τη φορά όμως έχουμε μπροστά μας την επίδειξη σε αληθινό χρόνο του ίδιου του βασανιστηρίου. Αντιδρά μήπως κανείς; Οχι βέβαια! Κάτι τέτοιο θα παραβίαζε τους κανόνες που έχουμε υπογράψει ως θεατές, τους κανόνες ενός «σώματος» που για να είμαστε μέλη του (μέλη της «αδελφότητας των εκλεκτών θεατών») οφείλουμε να εκτελούμε εντολές που μας ανακοινώνονται από σκηνής από τον ίδιο σκηνοθέτη.
Το πλέον εντυπωσιακό με τον Καστελούτσι είναι πως πετυχαίνει –ξανά και ξανά– να φέρει μπροστά μας τις δύο άκρες του «παιχνιδιού» του: από τη μια την ίδια την κατασκευή με τα βασικά υλικά της. Κι από την άλλη, την πιο ασύλληπτη, την πιο διαλυτική και κάποιες φορές γριφώδη διαφυγή του στο νόημα. Υπάρχουν φορές που, με όλη του την ιδιοσυγκρασία, γίνεται φανερό πως βάζει την υπογραφή του στο παλιό μανιφέστο του Αρτό.
Το άλλο βέβαια, το διόλου λιγότερο εντυπωσιακό στοιχείο των παραγωγών του, που διαπιστώσαμε για μια ακόμη φορά στη «Στέγη», δεν είναι παρά ο πλούτος τους. Δεν θέλω να σκεφτώ πόσα να κόστισε ο γιγάντιος θίασος των 25+ ανθρώπων, μαζί με τα απίστευτα φωτορρυθμικά και τα μηχανήματα που άλλοτε θυμίζουν κάμερες που στοχεύουν τους θεατές κι άλλοτε βγάζουν ατμούς ανάλογα με τους ήχους της ηλεκτρονικής μουσικής του Scott Gibbons∙ η γενική δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που μεταφέρει την αίσθηση της «άλλης πραγματικότητας» και φτάνει μέχρι την τελείωση του ολικού θεάτρου. Ναι, ένα μεγάλο θέατρο, ένα επιβλητικό θέατρο. Αλλά και ένα θέατρο πλούσιο, ανοιχτό σε όλες τις δυνατότητες του σήμερα χωρίς φειδώ ή εξωτερικές δυσκολίες. Από το όνειρο, στη σκηνή.
