Το άρθρο μας της περασμένης εβδομάδας («Να τελειώνουμε με την 28η Οκτωβρίου;»), με θέμα τη γνωμοδότηση του δόκτορα Ευάγγελου Χεκίμογλου κατά της μετονομασίας της οδού Αθανασίου Χρυσοχόου σε Αλμπέρτου Ναρ, προκάλεσε την αντίδραση του συντάκτη αυτής της τελευταίας. Ακολουθεί η επιστολή του κ. Χεκίμογλου μαζί με την απάντηση του επιμελητή της στήλης.
Η επιστολή Χεκίμογλου
Κύριε διευθυντά,
Παρακαλώ να φιλοξενήσετε μερικές παρατηρήσεις πάνω στο άρθρο του κ. Κωστόπουλου «Να τελειώνουμε με την 28η Οκτωβρίου;» (30.10.2022), με το οποίο σχολιάζει τη γνωμοδότησή μου για τη μετονομασία της οδού Στρατηγού Αθανασίου Χρυσοχόου στη Θεσσαλονίκη.
(1) Το γράμμα και το πνεύμα του νόμου επιτρέπει μετονομασία οδού μόνον για εξαιρετικούς λόγους. Σχετική ερμηνευτική εγκύκλιος εξειδικεύει τους λόγους στην απάλειψη πρακτικών προβλημάτων. Η μετονομασία δεν είναι πεδίο άσκησης πολιτικής. Η επιβολή της με γνώμονα τους συσχετισμούς δυνάμεων σε αυτοδιοικητικά όργανα υπονομεύει τη λειτουργία και την αξιοπιστία της τοπικής αυτοδιοίκησης.
(2) Δεν είναι «πρωτόλεια ταξική ανάλυση» -όπως σημειώνει ειρωνικά ο κ. Κωστόπουλος- αλλά αναμφισβήτητο γεγονός ότι στην περίοδο της ξενικής κατοχής η αστική τάξη και η δημοσιοϋπαλληλία ενδιαφέρονταν πρωτίστως για τη διατήρηση του κρατικού μηχανισμού και για τη συνέχιση της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στη Μακεδονία.
(3) H νηπιώδης απόπειρα απαξίωσής μου διά της αντιπαραβολής φωτογραφίας μου με εικόνα «ταγματασφαλίτη του Ελληνικού Εθνικού Στρατού» συνοδεύεται με λανθασμένη λεζάντα, διότι άλλο ήταν τα τάγματα ασφαλείας και άλλο ο ΕΕΣ.
(4) Ως προς το ζήτημα επιστημονικής αναρμοδιότητάς μου που έθεσε ο κ. Κωστόπουλος, επισημαίνω ότι ενώ κατέβαλε κόπο για να αντλήσει από blog μου φωτογραφία μου και να πληροφορηθεί το θέμα της διατριβής μου (1987), παρέλειψε να διαβάσει τι έκανα στα 35 χρόνια που επακολούθησαν.
(5) Η πρόταση για τη μετονομασία της οδού Χρυσοχόου στηρίχθηκε: (α) σε άγνοια (και διόγκωση) της σημασίας όρων όπως «φρούραρχος» και «γενικός επιθεωρητής νομαρχιών», τους οποίους επιχείρησα στη γνωμοδότησή μου να διευκρινίσω βάσει της νομοθεσίας της εποχής. (β) Στη λανθασμένη σύνδεση του Α. Χρυσοχόου με τους ανθεβραϊκούς διωγμούς, η οποία προήλθε από εμφανές στον προσεκτικό αναγνώστη λάθος του κ. Φλάισερ. (γ) Στον ανακριβή ισχυρισμό ότι ο Α. Χρυσοχόου υπήρξε μάρτυς υπερασπίσεως του Μ. Μέρτεν. Στη 45σέλιδη γνωμοδότησή μου παρέχονται αναλυτικές πληροφορίες για τα παραπάνω και για την αστική τάξη της κατοχικής Θεσσαλονίκης, όπως και την αναγκαστική συνάφειά της με τις κατοχικές αρχές, με επώνυμα παραδείγματα. Επιπλέον, περιλαμβάνεται επαρκής βιβλιογραφία και τεκμηριωμένη πρόταση για ονομασία συγκεκριμένου δρόμου στο όνομα του Αλβέρτου Ναρ, σε συσχετισμό με το έργο του.
(6) Τέλος, στην αναφορά μου για τον σχετικό τρόπο με τον οποίο «διαβάζεται» το παρελθόν, με παράδειγμα τον Σωτήριο Γκοτζαμάνη και τη μεγάλη δημοφιλία του στη δεκαετία του 1950, ο κ. Κωστόπουλος σημειώνει: «Με την ίδια λογική, θα έπρεπε φυσικά να στήσουμε αγάλματα στον Πήλιο Γούση και τον Νενέκο, αφού κι εκείνοι εξέφρασαν με τη στάση τους τη νομιμόφρονα μερίδα των τότε συμπατριωτών τους». Αγάλματα όχι, διότι οι ιστοριογράφοι δεν είναι κατασκευαστές αγαλμάτων. Αλλά για τον μεν Πήλιο Γούση υπάρχει και αντίθετη ιστορική άποψη (ότι δεν «πρόδωσε» δηλαδή), ενώ ο ιστορικός οφείλει να εξετάσει γιατί ο Νενέκος είχε υποστηρικτές που τον θρήνησαν και καταράστηκαν τον δολοφόνο του. Δεν είναι ασπρόμαυρα τα πράγματα, τουλάχιστον για τους κατ’ επάγγελμα ιστοριογράφους.
Αυτά τα ολίγα, σεβόμενος τον χώρο της εφημερίδας σας.
Με τιμή,
Ευάγγελος Χεκίμογλου
Η απάντηση του συντάκτη
Με μεγάλη χαρά φιλοξενούμε την επιστολή του κ. Χεκίμογλου, καθώς δεν αναιρεί το παραμικρό από τα γραφόμενά μας. Εχουμε και λέμε:
«Εάν οι Βούλγαροι προπαγανδισταί συγκεντρώσωσι 1.000 ζεύγη μαλλίνων καλτσών υπέρ του Γερμανικού στρατού, να συγκεντρωθώσι προς αντίδρασιν 1.500 υπό του Ελληνικού πληθυσμού» – Αθανάσιος Χρυσοχόου (Οδηγίες προς νομάρχες και επάρχους, 19/3/1942, αρ.Ε.Π. 666)
1) Ουδείς αμφισβήτησε ότι μια μετονομασία οδού προϋποθέτει «εξαιρετικούς λόγους». Αν δεν συνιστά όμως τέτοιο λόγο η ανάκληση του φόρου τιμής σ’ έναν κατοχικό αξιωματούχο, που διέτασσε τους υφισταμένους του να πλειοδοτούν σε παροχές για την «πλήρη ικανοποίησιν των πολεμικών αναγκών» της Βέρμαχτ για να κερδίσουν τους άκρως «φιλέλληνες» Γερμανούς, τότε τι ακριβώς εμπίπτει σ’ αυτή την κατηγορία; (Για το πλήρες κείμενο του σχετικού ντοκουμέντου, βλ. «Ολίγον δωσίλογος;», «Εφ.Συν.», 17/3/2018.) Οσο για τον ισχυρισμό πως οι μετονομασίες οδών «δεν είναι όργανα άσκησης πολιτικής», προφανώς οι οδοί Παύλου Μπακογιάννη και Μελιγαλά (αμφότερες στη συνοικία όπου ζω), Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (στην ιδιαίτερη πατρίδα μου) ή η μετονομασία της Εγνατίας σε Κωνσταντίνου Καραμανλή (στη Θεσσαλονίκη) δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με την πολιτική.
2) Ο ισχυρισμός του πως «η δημοσιοϋπαλληλία» (ως κοινωνική κατηγορία) ταυτίστηκε συνολικά επί της ουσίας με τις κατοχικές αρχές, γεγονός μάλιστα που ο ίδιος θεωρεί «αδιαμφισβήτητο», παρακάμπτει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: τις χιλιάδες των δημοσίων υπαλλήλων που στρατεύτηκαν στις γραμμές του ΕΑΜ και μικρότερων αντιστασιακών οργανώσεων, η άποψη των οποίων για τον κατοχικό φρούραρχο δεν ήταν ακριβώς η καλύτερη. Εξ ου και μεγάλο μέρος αυτής της «δημοσιοϋπαλληλίας» εκκαθαρίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες στα μετακατοχικά και μετεμφυλιακά χρόνια.
3) Ο κ. Χεκίμογλου θεωρεί «νηπιώδες λάθος» την ταύτιση του ΕΕΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας. Δυστυχώς, στο ίδιο ακριβώς «λάθος» υπέπεσε και ο πολιτικός τους προϊστάμενος, αρχηγός των SS Βάλτερ Σιμάνα, ο οποίος στον τελικό απολογισμό της σύστασης και δραστηριότητάς τους, το φθινόπωρο του 1944, τα κατατάσσει στην ίδια ακριβώς υποκατηγορία ένοπλων συνεργατών του Ράιχ (για το πλήρες ντοκουμέντο: περ. «Μνήμων», τχ.8, 1980-82, σελ.199-203). Να θεωρήσουμε αυτή την άγνοια τεκμήριο αναρμοδιότητας (4) ή όχι;
5) Ο Χρυσοχόου υπήρξε τυπικά μεν μάρτυρας κατηγορίας, στην πράξη όμως μετατράπηκε σε μάρτυρα υπεράσπισης του Μέρτεν (όπως διαπιστώνουν όλες οι εφημερίδες της επομένης, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης). Αποκαλυπτικό από κάθε άποψη ήταν λ.χ. το επιχείρημά του πως ο Μέρτεν ικανοποίησε το «γενικόν αίτημα των χριστιανών της Θεσσαλονίκης να φύγη από το κέντρον της πόλεως το [ισραηλιτικόν] νεκροταφείον. […] Ελέχθη ότι αυτό που θέλαμε να κάνουμε το εκάναμε διά του Μέρτεν».
6) Προσωπικά, δεν γνωρίζω να υπάρχει οδός Πήλιου Γούση ή Νενέκου. Αλλο πράγμα η οφειλόμενη ιστοριογραφική ερμηνεία της δράσης ή της απήχησής τους κι άλλο η απότιση φόρου τιμής από την ελληνική πολιτεία. Κάτι που ο κ. Χεκίμογλου επιμένει να κάνει πως δεν καταλαβαίνει.
