Διάβολε, πότε περάσαν κιόλας δέκα χρόνια; Σαν χθες μου φαίνεται που μου ’σκασε την ντρίμπλα ο πάλιουρας ο Ζηργανώφ, που ήταν στάνταρ άσος ν’ αναλάβει το τμήμα, και βρέθηκα άθελά μου (αν-)αρχισυντάκτης στα Διεθνή της συνεταιριστικής εφημερίδας μας. Από τότε, βέβαια, η σύνθεση του τμήματος άλλαξε αρκετές φορές, όπως και ολόκληρη η Συντακτική Επιτροπή –ακόμη κι ο χαλκέντερος διευθυντής μας, ο Νικόλας Βουλέλης, μας αποχαιρέτισε πριν από λίγες εβδομάδες.
Αλλά εγώ εκεί, ισόβιος! – μετράω ήδη πέντ-έξι χιλιάδες επιτελικές συσκέψεις, ζωή να ’χω, χώρια αυτές του Δ.Σ. της εταιρείας μας, όπου με επανεξέλεξαν προσφάτως (ομολογουμένως απερίσκεπτα, καθότι δεν φημίζομαι για το επιχειρηματικό μου δαιμόνιο) οι σύντροφοι συνεταιριστές. Και, δυστυχώς, καμιά από τις τσούπρες του Διεθνούς –η Βικυ, η Μάργκο, η Κορίνα– δεν δείχνουν διατεθειμένες να μου φάνε την καρέκλα!
Βάλτε δίπλα σε αυτά τα καθημερινά καθήκοντα και δυο-τρία εκατομμύρια λέξεις που ’χω γράψει όλο αυτό τον καιρό επί παντός επιστητού, από μονολεκτικούς τίτλους και ολιγόλογες λεζάντες μέχρι πολυσέλιδα αφιερώματα, και φυσικά εκατοντάδες «δρόμο-λόγια», την προσωπική μου στήλη και μόνιμο βασανάκι μου κάθε Παρασκευή. Και ίσως καταλάβετε γιατί θεωρώ –όπως και οι περισσότεροι από εμάς εδώ– την εφημερίδα αυτήν, το χάρτινο καραβάκι μας, όχι απλά ακόμα μια δουλειά ανάμεσα στις τόσες της καριέρας μου, αλλά μακράν το σημαντικότερο πολιτικό και δημοσιογραφικό εγχείρημα (και κατόρθωμα) της ζωής μου.
Η «Εφ.Συν.» μας – γνήσιο παιδί των μνημονίων κι αυτή, βγαλμένη μέσα από την απόγνωση των λουκέτων και της απληρωσιάς. Ενα τόσο δα μωράκι που γεννήθηκε με εμβρυουλκό την κρίση και φάτνη το κιβούρι της παλιάς «Ελευθεροτυπίας» και που, με κάποιο μαγικό θαρρείς τρόπο, μεγάλωσε και στέκεται ακόμα όρθιο. Η «Εφ.Συν.» μας – μια από τις τελευταίες επάλξεις ελεύθερου λόγου στην όλο και πιο δυστοπική κοινωνία μας, ένας προμαχώνας δημοκρατίας και ανθρωπισμού που για όσο υπάρχει θα βγάζει τη γλώσσα και θα χαλάει τη σούπα στα συμφέροντα και στους απανταχού Δυνατούς!
Προσωπικά, όπως ξέρουν οι προσεκτικοί αναγνώστες, δεν χαρίστηκα ούτε στον ΣΥΡΙΖΑ, όταν έκανε τη μνημ(ον)ειώδη κωλοτούμπα του – κι ας μου στοίχισε αυτή η συνεπής, πιστεύω, κριτική, αρκετές φιλίες, συμπάθειες και… αναγνώστες.
Ποντάρανε, βλέπεις, και οι συριζαίοι σύντροφοι τα ρέστα τους στην Ευρώπη, την άλλοτε κραταιά και ανερχόμενη οικονομική υπερδύναμη που όμως έχει καταντήσει σήμερα –γιατί μόνο σαν κατάντημα μπορεί κανείς να το δει– ένα θέατρο σκιών, μια ψευτο-Ενωση βαριά τραυματισμένη από την κακομεταχείριση και το οικονομικό στράγγισμα των Νότιων και την απάνθρωπη, σχιζοφρενική στάση της στο προσφυγικό, με τους αμέτρητους θανάτους. Μια Ενωση που έρχεται τώρα αντιμέτωπη με τη γιγάντωση των πάσης φύσεως ακροδεξιών, ρατσιστικών και εθνικιστικών ιδεολογημάτων, τα οποία η ίδια καλλιέργησε με τη στάση της – κι όλα αυτά εν μέσω μιας οικονομικής και ενεργειακής «τέλειας καταιγίδας»!
Αλλάξαμε, βέβαια, κι εμείς. Μεγαλώσαμε, ασπρίσαμε, κουραστήκαμε, γκώσαμε από τη ρουτίνα, τη μιζέρια, τις απογοητεύσεις, τη μαυροψυχιά… Κάποιοι συνταξιοδοτήθηκαν, άλλοι έφυγαν από την εφημερίδα για άλλα λιβάδια και μερικοί πιο βιαστικοί –ο Γιάννης, ο Περικλής, η Χαρά, ο Βαγγέλης, ο Πάνος, ο Δημήτρης… γαμώτο, τόσο πολλοί!– έφυγαν κι από τη ζωή, μας το ’σκασαν και πάνε. Ηρθε κι αυτή η άτιμη η πανδημία, τα τελευταία τρία σχεδόν χρόνια, ν’ αδειάσει τα γραφεία και να αλλοιώσει τον άλλοτε πολύβουο χαρακτήρα μας – οι ίδιοι και οι ίδιοι κατεβαίνουμε πια στην Κολοκοτρώνη, οι περισσότεροι δουλεύουν από μακριά, ευτυχώς που έγινε και μια συνέλευση τώρα τελευταία, για την εκλογή του νέου διευθυντή, και ανταμωθήκαμε με φάτσες ξεχασμένες…
Θα ξαναγίνουμε άραγε ποτέ εφημερίδα-μελίσσι, θα ξανακούσουμε την υπέροχη οχλαγωγία των γεμάτων αιθουσών και των δεκάδων κακόφωνων πληκτρολογίων; Ακόμα και οι καβγάδες, τα πειράγματα και τα χωρατά μας δεν είναι πια τα ίδια· η γιαγιά μου έλεγε «κακό χωριό τα λίγα σπίτια»… Ελπίδα μας, μοναδική ίσως, εμάς των λίγο πιο παλιών, είναι πάντα τα νέα παιδιά, που έρχονται εδώ να μάθουν τη δουλειά και που ίσως, με καινούργιο ιστίο την ιστ(ι)οσελίδα μας, να δώσουν νέα πνοή στο καρυδότσουφλό μας, που –κακά τα ψέματα– όπως όλες σχεδόν οι εφημερίδες παγκοσμίως μπάζει νερά.
Λιγοστεύουν οι αναγνώστες του εντύπου, λιγοστεύουν οι διαφημίσεις, από το Ιντερνετ δεν βγάζουμε αρκετά χρήματα, το χαρτί και τα έξοδα έχουν ανέβει στα ύψη, η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να μας κλείσει – και δεν είμαστε σκληροί καπιταλιστές να κάνουμε τριάντα-σαράντα απολύσεις για να σωθούμε. Πού θα πάει αυτό; Μεγάλο το άγχος της επιβίωσης, ο φετινός χειμώνας θα είναι μάλλον ο πιο δύσκολος απ’ όλους· χειρότερος, ίσως, και από εκείνον του ’12, όταν όλη η πιάτσα μάς είχε ξεγραμμένους. Οπότε, όσοι μπορείτε, βάλτε πλάτη – και κουράγιο σε όλους μας!
Αυτά τα λίγα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας σήμερα, και συγχωρέστε με για τη χρόνια αυτο-αναφορικότητα και τη μια κάποια οίηση, αυτούς τους κακούς δαίμονες όλων των γραφιάδων.
