ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρίνα Αγαθαγγελίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

 Στον αινιγματικό, σκοτεινά γοητευτικό κόσμο του Χάινριχ φον Κλάιστ (1777-1811), όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, μας εισάγει ο τόμος που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες από τις εκδόσεις Αντίποδες και συγκεντρώνει τα σημαντικότερα πεζογραφήματα (πλην της διάσημης νουβέλας Μιχαήλ Κόλχαας) του μεγάλου αιρετικού των γερμανικών γραμμάτων, σε μετάφραση του Θοδωρή Δασκαρόλη, που είχε καταπιαστεί και στο παρελθόν με την απόδοση στα ελληνικά του πεζογραφικού έργου του Κλάιστ και συνεχίζει εδώ τη μεταφραστική του εργασία με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα.

Γιατί να διαβάζουμε Κλάιστ σήμερα; Εκ πρώτης όψεως, ο κόσμος του Κλάιστ μοιάζει να είναι τυλιγμένος με ένα παλαιικό πέπλο: κώδικες τιμής, κανόνες ηθικής, ευσέβεια και ασέβεια, αθωότητα και ενοχή, τιμωρία και ατιμωρησία· και όλα αυτά μέσα σε ένα εν πολλοίς αριστοκρατικό πλαίσιο, όπου παρελαύνουν κόμητες, δούκες και μαρκησίες. Αν δεχτεί κανείς τις συμβάσεις που διέπουν αυτό τον κόσμο, καθώς και όλη την τελετουργική φαντασμαγορία του, εύκολα μπορεί να αφεθεί να παρασυρθεί από τον καλπάζοντα ρυθμό μιας αφήγησης, η οποία μεταπηδά διαρκώς από το ένα γεγονός στο άλλο, μην αφήνοντας χώρο για στοχαστικές ανάπαυλες.

Τα μπερδέματα, η σύγχυση, οι παρεξηγήσεις, που οφείλονται εν μέρει σε δολοπλοκίες και μηχανισμούς εξαπάτησης, ή έστω εσκεμμένης συγκάλυψης και αποκάλυψης της αλήθειας, και εν μέρει στην τυχαιότητα, σε συμπτώσεις ή απρόσμενες στροφές της μοίρας, πυροδοτούν μια πλοκή η οποία χαρακτηρίζεται από συνεχείς ανατροπές, καθώς και μια ορισμένη αδιαφάνεια.

Ο Κλάιστ αποδεικνύεται έτσι όχι απλώς ένας πρώιμος μάστορας του σασπένς αλλά και, από συγκεκριμένες γωνίες θέασης, πρόδρομος της νεωτερικής γραφής: Οι απρόσμενες τροπές της πλοκής, τα κενά στην ιστορία, οι μεταπτώσεις και μεταμορφώσεις δεν προωθούν απλώς τη δράση, οδηγώντας την, μέσα από περίεργες ατραπούς, σε μια κάποια λύση, αλλά έχουν αποτέλεσμα μια διαρκή ολίσθηση του νοήματος εντελώς μοντέρνας κοπής, που τοποθετεί την αινιγματικότητα και την αμφισημία στην καρδιά της αφήγησης. Στην αμφισημία αυτή συμβάλλει ασφαλώς και η αμέτοχη στάση του αφηγητή απέναντι στα τεκταινόμενα, η απόσταση που τηρεί από τους χαρακτήρες, με λίγα λόγια η σκοπίμως ουδέτερη αφήγηση που χαρακτηρίζεται από την παντελή απουσία αναλυτικών ψυχολογικών περιγραφών και εκλύει έτσι μια διακριτική πλην σαφή ειρωνεία, η οποία βρίσκεται σε αντίστιξη με την ειρωνεία της τύχης που αναδεικνύεται μέσα από τις αφηγούμενες καταστάσεις.

Το ότι η αφηγηματική αμφισημία έχει τις ρίζες της σε μια υπαρξιακή αμφισημία, ως αποτέλεσμα ενός ταλανισμένου ψυχισμού και μιας ιδεολογικής κρίσης και απώλειας πίστης στα ιδανικά του Διαφωτισμού –η οποία, στην περίπτωση του Κλάιστ, όπως διαβάζουμε στο κατατοπιστικό κείμενο των Νάιτζελ Ριβς και Ντέιβιντ Λουκ, μεταφραστών του Κλάιστ στα αγγλικά, που συνοδεύει ως επίμετρο την έκδοση (μτφρ. Εύα Πλιάκου), επήλθε εν μέρει υπό την επήρεια της ανάγνωσης του Καντ– πιστοποιεί τόσο τη σύνδεση του Κλάιστ με το πνευματικό κλίμα της εποχής του όσο και τη δραστικότητα με την οποία αυτός κατόρθωσε να μεταστοιχειώσει τους προσωπικούς και ιδεολογικούς του δαίμονες σε λογοτεχνία.

Οπως το θέτουν οι Ριβς και Λουκ: «Αν έχει δίκιο ο Καντ, σκεφτόταν ο Κλάιστ, τότε η αλήθεια είναι πάντοτε αξεδιάλυτα μπλεγμένη με την επίφαση, τα πάντα είναι απρόβλεπτα και δεν υπάρχει καμία εξακριβώσιμη και μοναδική ορθή απάντηση ή ορθή οδός· η ανθρώπινη φύση, ο εαυτός μας, είναι ένας γρίφος, και ό,τι μοιάζει προφανές γίνεται αμφίσημο και επισφαλές» (σ. 239-240).

Εντύπωση προκαλεί ασφαλώς το γεγονός ότι η αμφισημία της γραφής του Κλάιστ επιτυγχάνεται μέσω μιας κρυστάλλινης, σφιχτοδεμένης πρόζας μεγάλης γλωσσικής διαύγειας, που βρίσκεται στον αντίποδα κάθε ρομαντικού νεφελώματος. Το «παράδοξο» αυτό συμπληρώνεται από ένα ακόμη: απομακρυνόμενος εντελώς από τα κλασικά ιδεώδη (κάτι που του στοίχισε την απόρριψη του Γκέτε), ο Κλάιστ καταθέτει μια εύτακτη, ελεγχόμενη, στιβαρή αφήγηση, η οποία όμως χωνεύει εντός της την αταξία, το ανοίκειο, το ζοφερό, το αλλόκοτο, το γκροτέσκο.

Η επίδραση που άσκησε ο Κλάιστ στον Κάφκα ή σε μεταγενέστερους εκπροσώπους του (ύστερου) μοντερνισμού, όπως ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς, γίνεται, μέσα από αυτό το πρίσμα, εντελώς κατανοητή. Και είναι αυτά τα μοντέρνα, επιδραστικά στοιχεία της γραφής του Κλάιστ που την καθιστούν πρόσφορη για σύγχρονες αναγνώσεις και ανταμείβουν όποιον καταπιάνεται μαζί της.