Η ιδεοληψία νίκησε και πάλι την αναγκαιότητα και ο πρωθυπουργός δεν εξήγγειλε την ανέξοδη και ωφέλιμη για τα δημόσια έσοδα αποκατάσταση του εργατικού δικαίου και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, παρότι είχε -κατά πληροφορίες- γίνει αποδέκτης και εισηγήσεων για την εναπόθεση της διαμόρφωσης του κατώτατου μισθού στους επονομαζόμενους κοινωνικούς εταίρους.
Με αφορμή την τελική ψηφοφορία, σήμερα, στο Ευρωκοινοβούλιο της Οδηγίας για «επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ενωση», η ΓΣΕΕ κάλεσε χθες την κυβέρνηση «να κατανοήσει επί της ουσίας το περιεχόμενο του νέου ευρωπαϊκού νόμου και να ξεκινήσει, σε συνεργασία με τους φορείς εκπροσώπησης (ΓΣΕΕ-εργοδοτικές οργανώσεις) τη διαδικασία αποκατάστασης του εργατικού δικαίου και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας».
Από το περιεχόμενο της Οδηγίας προκύπτουν οι εξής υποχρεώσεις για τα 27 κράτη-μέλη:
● Nα ελέγχουν και να εξακριβώνουν την επάρκεια των κατώτατων μισθών, λαμβάνοντας υπόψη την αγοραστική δύναμη και το κόστος διαβίωσης. Σύμφωνα και με τα στοιχεία που έδωσε η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, εν όψει της σημερινής ψηφοφορίας, ο υψηλός πληθωρισμός και οι χαμηλές αυξήσεις στους μισθούς έχουν φέρει μείωση της πραγματικής αξίας των μισθών κατά 4,8% το 2022 στην Ε.Ε., οδηγώντας εκατομμύρια εργαζομένους να αγωνίζονται για τα βασικότερα έξοδα διαβίωσης, όπως είναι τα τρόφιμα, το ενοίκιο και η ενέργεια.
● Να προωθήσουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και να καταπολεμήσουν τη διάλυση των συνδικάτων, καταρτίζοντας σχέδιο δράσης στις χώρες όπου οι συλλογικές συμβάσεις καλύπτουν λιγότερο από το 80% των εργαζομένων.
● Να ενισχύσουν τη συμμετοχή των συνδικάτων στον καθορισμό και στην επικαιροποίηση των νόμιμων κατώτατων μισθών.
● Να υποχρεώσουν τις εταιρείες που αναλαμβάνουν δημόσιες συμβάσεις να σέβονται το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι και των συλλογικών διπραγματεύσεων σύμφωνα με τις Συμβάσεις 87 και 98 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας.
