ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αργυρώ Μαντόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Λίλα Κονομάρα έχοντας θητεύσει στη λογοτεχνία του φανταστικού και στον μαγικό ρεαλισμό, έχοντας, επίσης, ενσωματώσει στα έργα της τόσο τους μύθους όσο και τις λαογραφικές παραδόσεις, έρχεται τώρα με τον «Μπόγο» της, ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα, όπου με την πολυφωνία, την πολυπρισματική οπτική και την πλούσια σε διαστρωματώσεις γλώσσα, μας υπενθυμίζει την αίγλη των μεγάλων αφηγήσεων.

Με την καινοτομική φόρμα και την πυκνή πλοκή που καλύπτουν έναν ολόκληρο αιώνα (1911-2018), αποδίδει όλα τα κομβικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την Ιστορία του τόπου μας μέσα από την επίδρασή τους στους χαρακτήρες, ενσωματώνοντας στοιχεία της παράδοσης αλλά και της λαϊφστάιλ κουλτούρας. Η Ιστορία μάς δίνεται με τις μικρές επιμέρους ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που καταλήγουν σχεδόν αρχετυπικοί, ενώ οι αγροτικές κοινότητες μεταμορφώνονται σε αστικά κέντρα. Οι μικρές αφηγήσεις διαπλέκονται με τις μεγάλες ιστορικές στιγμές, ο χρόνος διυλίζεται, ενώ ταυτόχρονα προστίθενται και οι φωνές άλλων «άψυχων» οντοτήτων, με ρυθμό που κινητοποιεί την αφήγηση και ενεργοποιεί τη συμμετοχή του αναγνώστη.

Ακούμε συχνά ότι οι άνθρωποι είναι προϊόντα της εποχής τους και του τόπου τους, αλλά εδώ ισχύει και το αντίθετο, ο τόπος δεν είναι φόντο αλλά προέκτασή τους, η φύση δεσπόζει και ενίοτε ξεπερνάει την ανθρώπινη. Στο μυθιστόρημα δίνεται φωνή στην ελιά, στο φεγγάρι, στο ποτάμι…, ο δε χώρος διαμορφώνεται από τους κατοίκους του, έναν «θίασο» περαστικών, προσφύγων, ταξιδευτών, ουρανοκατέβατων ή αινιγματικών χαρακτήρων που κατοικούν σε έναν μεταιχμιακό οικισμό της βόρειας Ελλάδας, κάπου στα σύνορα της Μακεδονίας.

Η εξιστόρηση είναι γραμμική, τα επεισόδια έχουν μια χρονική συνέχεια, ακολουθώντας τα ιστορικά ορόσημα, ωστόσο οι πρωταγωνιστές παραμένουν αγέραστοι μέσα στον χρόνο, με τα δικά τους χαρακτηριστικά και ιδιότητες, τα πάθη τους και τις δικές τους αντιδράσεις στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και στις σαρωτικές πολιτισμικές αλλαγές που αυτά επιφέρουν. Ωστόσο, αν και οι χαρακτήρες εξωτερικά δεν αλλάζουν, αλλάζει η δυναμική των μεταξύ τους σχέσεων. Αλλοι αναρριχώνται κοινωνικά, άλλοι πλουτίζουν, άλλοι ερωτεύονται ακατάλληλους ή φευγάτους ανθρώπους, άλλοι ξενιτεύονται και άλλοι παραμένουν εσαεί κάτοχοι της αόρατης εξουσίας που προσδίδει το χρήμα που παίζει καταλυτικό ρόλο, όπως καταλυτική είναι και η άφιξη ενός ξένου, ο οποίος μοιάζει να είναι απρόσβλητος από τις μικρότητες των ντόπιων, ένας ξένος, αγνώστων στοιχείων, που δίνει στον καθένα ό,τι χρειάζεται, λειτουργώντας και ως επιδιορθωτικός καθρέφτης, προβάλλοντας μια βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού τους.

Από το μυθιστόρημα παρελαύνουν αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες της ελληνικής επαρχίας (ο χωροφύλακας, ο γιατρός, ο δάσκαλος, η πόρνη, ο βιομήχανος με την αλαφροΐσκιωτη σύζυγό του, η κομμώτρια, ο παπάς κι η παπαδιά), αλλά και κομβικές ιστορικές στιγμές που σημάδεψαν τον εικοστό αιώνα. Η προσφυγιά, η φρίκη των χαρακωμάτων, ο πόλεμος του σαράντα, ο εμφύλιος, η χούντα, η μεταπολίτευση, ο νεοπλουτισμός και τα σκάνδαλα, η φούσκα του χρηματιστηρίου, οι ολυμπιακοί αγώνες, η Συμφωνία των Πρεσπών, η οικονομική κρίση και η αβέβαιη «ανάκαμψη» -όλα αυτά μαζί με ανεξήγητα «θαύματα», απάτες, πλάνες αλλά και αποκαλυπτικές εκλάμψεις αισιοδοξίας.

Ολοι περιδιαβαίνουν με τον μπόγο τους, τα τραύματα και τις δικές τους (ανείπωτες) ιστορίες, μια συνεχόμενη ροή εμβληματικών τοιχογραφιών. Η συγγραφέας διυλίζοντας την εικόνα εισχωρεί όλο και βαθύτερα μέχρι να την κάνει τρισδιάστατη και να αποκαλύψει το τι προϋπήρξε, τη σύνθεσή της με τις υπόλοιπες, αλλά και για να προοικονομήσει τα μελλούμενα. Αυτή η τεχνική της σύνθεσης περιγράφεται στο βιβλίο, μέσα από τη μεταφορά της υφαντικής και της κουβέρτας που αφηγείται ιστορίες: «…σε κάθε σειρά άλλαζε χρώμα, διαλέγοντας το επόμενο έτσι ώστε να ταιριάζει με το προηγούμενο. Αναπτυσσόταν μια σχέση διαφορετική κάθε φορά, που άρχισε να ξετυλίγεται σαν μια καινούργια ιστορία.

Οταν όμως ερχόταν να προστεθεί ένα τρίτο χρώμα, τα πράγματα έπαιρναν άλλη τροπή, όσο δε προχωρούσε και η αρχική γραμμή ενσωματωνόταν στις υπόλοιπες, η συνολική εικόνα φάνταζε διαφορετική. Το καθετί από κυρίως θέμα μετατρεπόταν σε λεπτομέρεια μιας ολοκληρωμένης αφήγησης όπου κυριαρχούσε μια κεντρική ιδέα, πάντα όμως μπορούσες να διακρίνεις στα επιμέρους τις αμέτρητες κατευθύνσεις προς τις οποίες θα μπορούσε να αναπτυχθεί το σχέδιο, κι αυτό ήταν που έκανε το εγχείρημα τόσο ενδιαφέρον και διαρκώς ευμετάβολο, γιατί ποτέ δεν επαναλάμβανε την ίδια ακολουθία χρωμάτων».