Tα δυσμενή σενάρια φαίνεται ότι έχουν αρχίσει να κυριαρχούν για τα καλά στον προβληματισμό που αναπτύσσουν οι γερμανικές δεξαμενές σκέψης και επιστημονικά ινστιτούτα για την πορεία των διεθνών πολιτικών και οικονομικών σχέσεων.
Μετά το Ifo που προειδοποίησε προχθές για τις επιπτώσεις που θα έχει στη γερμανική οικονομία ένας εμπορικός πόλεμος της Δύσης με την Κίνα, χθες ήλθε μια νέα μελέτη για τις απώλειες λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και των υψηλών τιμών ενέργειας. Το Ινστιτούτο Ερευνας για την Απασχόληση (ΙΑΒ) προέβλεψε σε αυτήν ότι η γερμανική οικονομία θα χάσει εξαιτίας του πολέμου και της ενεργειακής κρίσης πάνω από 260 δισ. ευρώ σε προστιθέμενη αξία έως το 2030. Το 2023 το γερμανικό ΑΕΠ θα είναι χαμηλότερο κατά 1,8% από αυτό που θα ήταν αν υπήρχε ειρήνη, ενώ 240.000 λιγότεροι Γερμανοί θα έχουν μια δουλειά.
Το χαμηλότερο επίπεδο απασχόλησης αναμένεται να παραμείνει τουλάχιστον ώς το 2026, ενώ τα μέτρα τόνωσης που θα υιοθετηθούν από το Βερολίνο θα αρχίσουν να αποδίδουν στην αγορά εργασίας σταδιακά οδηγώντας σε 60.000 επιπλέον απασχολούμενους το 2030 σε σχέση με σήμερα. Από τους μεγάλους χαμένους προβλέπεται ότι θα είναι ο κλάδος της φιλοξενίας, ο οποίος χτυπήθηκε άγρια από την πανδημία και θα νιώσει επιπλέον πίεση εξαιτίας τη συρρίκνωσης της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών. Ενεργοβόροι κλάδοι, όπως τα χημικά και η μεταλλουργία, θα επηρεαστούν ανάλογα.
Το ΙΑΒ εκτιμά ότι αν οι τιμές ενέργειας -που έχουν αυξηθεί ήδη κατά 160%- διπλασιαστούν, τότε το γερμανικό ΑΕΠ θα βυθιστεί ακόμη περισσότερο, κατά 4% περίπου, σε σχέση με αυτό που θα ήταν αν δεν είχε εκδηλωθεί ο πόλεμος. Σε αυτό το σενάριο, η ανεργία θα εκτοξευτεί και 660.000 επιπλέον Γερμανοί δεν θα έχουν δουλειά ύστερα από τρία χρόνια και 60.000 το 2030 σε σχέση με σήμερα. Το εύλογο ερώτημα που προβάλλει έπειτα από αυτές τις απαισιόδοξες προβλέψεις είναι γιατί ο καγκελάριος Σολτς, τα κόμματα που απαρτίζουν τον κυβερνητικό συνασπισμό, οι βιομήχανοι και η εγχώρια οικονομική ελίτ που τους στηρίζουν, τα συνδικάτα και η γερμανική Αριστερά δεν αντιδρούν διεκδικώντας την εκεχειρία στην Ουκρανία και την ειρήνη στην Ευρώπη, αλλά παραδίδονται στην κλιμάκωση, την ένταση, τη σύγκρουση, στον διαχωρισμό και τον μιλιταρισμό.
