ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το προσφυγικό-μεταναστευτικό είναι από τα θέματα που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο. Οπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα μείζονα προβλήματα, η πολιτική αντιπαράθεση παραπέμπει σε ταλάντωση που στο ένα ακραίο σημείο της βρίσκονται αυτοί που θεωρούν ότι η μετανάστευση αποδυναμώνει τις κοινές αξίες, εμποδίζει την παροχή δημόσιων αγαθών και απειλεί να διαβρώσει αμετάκλητα την κοινωνία και στο άλλο εκείνοι που προβάλλουν το ανθρωπιστικό καθήκον και όσα απορρέουν από αυτό.

Οι φωνές που έρχονται από το υπόλοιπο διάστημα της ταλάντωσης, ήπιες και συμβιβαστικές οι περισσότερες, χάνονται στη βοή των κραυγών. Ετσι, τα πραγματικά δεδομένα, όπως η δημογραφία, τα δημόσια οικονομικά, το σύστημα κοινωνικής ασφάλειας και πρόνοιας, οι κοινωνικές συνθήκες, οι υποδομές κ.ά., που ορίζουν προτεραιότητες και υπαγορεύουν πολιτικές, υποχωρούν στην άκριτη δύναμη των συνθημάτων, των αφορισμών και των εξορκισμών.

Οταν τα ΜΜΕ περιγράφουν τους πρόσφυγες (ή τους μετανάστες γενικότερα), τείνουν να εστιάζουν σε δύο σημεία: το πρώτο σχετίζεται με το οικονομικό κόστος και το δεύτερο με τον τρόπο που οι άνθρωποι αυτοί θα επηρεάσουν την κανονικότητα του τόπου που τους υποδέχεται. Είναι αλήθεια ότι η ανθρωπιστική αρωγή έχει κόστος, όπως έχει κόστος και η παροχή άμεσης πρόσβασης στις υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας. Επίσης, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, η παρουσία τους μπορεί να επηρεάσει την αγορά εργασίας και τις αμοιβές σε κάποιους κλάδους της απασχόλησης – κυρίως χαμηλής εξειδίκευσης.

Υπό το πρίσμα αυτό, το μείζον ερώτημα είναι αν το οικονομικό κόστος αντιπροσωπεύει έναν σύγχρονο «πίθο των Δαναΐδων» ή αν πρόκειται για επένδυση που μεσοπρόθεσμα θα αποδώσει οφέλη στις κοινωνίες που τους υποδέχονται.

Πανεπιστήμια, δεξαμενές σκέψης και επιστημονικά ιδρύματα προσπαθούν με έρευνες να βρουν την απάντηση. Για παράδειγμα, η μελέτη του McKinsey Global Institute αποκάλυψε ότι μολονότι οι μετανάστες αντιπροσωπεύουν μόνο το 3,4% του παγκόσμιου πληθυσμού, δημιουργούν σχεδόν το 10% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αλλες έρευνες που αφορούσαν την κινητικότητα των ανθρώπων κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εξάλειψη όλων των φραγμών στην ανθρώπινη κινητικότητα θα μπορούσε να αυξήσει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 50% έως 150%. Ομως, για κάποιον που θέλει να κρίνει με νηφαλιότητα το πρόβλημα της μαζικής μετακίνησης των ανθρώπων, δεν είναι το κέρδος από την παρουσία τους αλλά η ζημιά που θα προκληθεί από την απουσία τους. Τι θα συνέβαινε, δηλαδή, αν ξαφνικά σταματούσαν οι μεταναστευτικές ροές προς τις οικονομικά ισχυρές χώρες;

Η ελληνική κοινωνία σήμερα αντιμετωπίζει –όπως και οι υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες– έναν δημογραφικό εφιάλτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, στις πλούσιες χώρες ο συνδυασμός της μείωσης της γονιμότητας και της αύξησης των ποσοστών μακροζωίας θα έχει ως αποτέλεσμα το 2050 το έλλειμμα στις παραγωγικές ηλικίες (25-64 ετών) να ανέλθει στα 120 εκατομμύρια ανθρώπους (μείωση κατά 18% σε σχέση με το 2020). Τι σημαίνει αυτό; Μία μείζονα υπαρξιακή απειλή για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και υγειονομικής περίθαλψης, για το πλέγμα κοινωνικής προστασίας που έχει στηθεί τα τελευταία περίπου 80 χρόνια και για τη δημοσιονομική ευστάθεια της παγκόσμιας οικονομίας.

Η χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης βασίστηκε στην καταβολή εισφορών από εργαζόμενους, δηλαδή από ανθρώπους ηλικίας 25 έως 64 ετών. Σύμφωνα με μελέτες, στον ανεπτυγμένο κόσμο ο λόγος των ατόμων ηλικίας 25 έως 64 ετών, έναντι εκείνων στα 65 και άνω, ήταν 5,7 προς 1 το 1960, 4,16 προς 1 το 1990, 2,76 προς 1 σήμερα και αν δεν αντιστραφούν οι τωρινές δημογραφικές τάσεις 1,65 σε 1 το 2050.

Ανάλογης σημασίας είναι η συμβολή της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας στα δημόσια έσοδα (φόροι) καθώς το κατά κεφαλήν εισόδημα και η κατανάλωση των ανθρώπων αυτών είναι –κατά μέσο όρο– σημαντικά μεγαλύτερα σε σχέση με τους ηλικιωμένους.

Και το ερώτημα που ανακύπτει είναι πώς θα αναπληρωθούν οι εισφορές και οι φόροι των 120 εκατομμυρίων ανθρώπων που λείπουν από το σύστημα;

Μια απάντηση είναι: από υψηλότερη φορολογία. Είναι προφανές ότι τα περιθώρια για αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης είναι πολιτικά και οικονομικά περιορισμένα. Φυσικά, το πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί αν οι πολιτικές εξουσίες αποφάσιζαν να φορολογήσουν τον ανώνυμο ιδιωτικό οικονομικό πλούτο, που σύμφωνα με τον James S. Henry το 2015, ανέρχεται σε 24-36 τρισεκατομμύρια δολάρια. Η αδιαφορία με την οποία οι πολιτικές ελίτ αντιμετώπισαν την πρόταση του Πικετί για την επιβολή ενός παγκόσμιου φόρου επί των οικονομικών κεφαλαίων και η απροθυμία να κλείσουν τα παράθυρα που οι ίδιες άνοιξαν στη φοροαποφυγή είναι ενδεικτικές των προθέσεών τους.

Μία άλλη λύση συνδέεται με τη συρρίκνωση των δαπανών μέσω αποκλεισμών και περικοπών. Με δεδομένο το ιδιαίτερα ανεπτυγμένο αίσθημα αυτοσυντήρησης των πολιτικών ελίτ, η διέξοδος αυτή είναι δύσκολα εφαρμόσιμη σε κοινωνίες που πλήττονται από συνεχείς οικονομικές κρίσεις που προκαλούν φόβο και ανασφάλεια. Αν στη συνάρτηση προστεθεί και το τεράστιο δημοσιονομικό κόστος της κλιματικής κρίσης, τότε δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να αντιληφθεί ότι οι πολιτικές κλιμακούμενης λιτότητας θα έθεταν θέμα επιβίωσης του πολιτικού συστήματος και της Δημοκρατίας.

Υπό το πρίσμα αυτό, η διέξοδος με το μικρότερο οικονομικό κόστος είναι η «εισαγωγή» εργαζομένων. Πόσων; Για να διατηρηθεί η σημερινή αναλογία ατόμων σε ηλικία εργασίας ως προς τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, το εργατικό δυναμικό του ανεπτυγμένου κόσμου θα πρέπει να αυξηθεί κατά περίπου 260 εκατομμύρια εργαζόμενους έως το 2050 και αν συνυπολογιστεί το έλλειμμα των 120 εκατομμυρίων, τότε στα επόμενα 28 χρόνια θα πρέπει 380 εκατομμύρια άνθρωποι που βρίσκονται σε παραγωγικές ηλικίες να μετακινηθούν από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες.

Και όμως, το πολιτικό σύστημα αντί να ασχολείται με αυτές τις υπαρξιακές απειλές που θα αντιμετωπίσουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας, επιλέγει να συντηρεί ένα πολεμικό κλίμα χρήσιμο ψηφοθηρικά αλλά οικονομικά και κοινωνικά ολέθριο. Ανόητοι ή επικίνδυνοι καιροσκόποι;

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας