Το Μουσείο του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στην Αθήνα βάζει το δικό του κομμάτι στο παζλ των εκδηλώσεων για την επέτειο των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρουσιάζοντας ένα εικαστικό αφιέρωμα σε έναν κορυφαίο εκπρόσωπο της γενιάς του ‘30 με καταγωγή από το Αϊβαλί, στον χαρισματικό δάσκαλο Φώτη Κόντογλου.
Η έκθεση «Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους (Από το σήμερα στο χθες με προοπτική το αύριο)» περιλαμβάνει 135 έργα και αναπτύσσεται σε δυο σκέλη. Το πρώτο είναι αφιερωμένο στον Φώτη Κόντογλου, ο οποίος «με την ακατάσχετη συγκινησιακή ευαισθησία, την ενάργεια του αφηγηματικού λόγου, τη σχεδιαστική μαεστρία και τον ζωγραφικό λυρισμό του χρωστήρα του ανεδείχθη αφυπνιστής της εθνικής συνείδησης και της λειτουργικής τέχνης της Ορθοδοξίας», όπως σημειώνει ο επιμελητής της έκθεσης, γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, Κυριάκος Κουτσομάλλης.
Στο δεύτερο σκέλος ανακαλύπτουμε την επιρροή που άσκησε στο πεδίο των εικαστικών τεχνών και των γραμμάτων του 20ού αιώνα στους νεότερους. «Εκτός από τους άμεσους, πρωτόκλητους μαθητές του, που ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, στενή ήταν η σχέση που αναπτύχθηκε με τον Ράλλη Κοψίδη, τον Σπύρο Παπαλουκά, τον Σπύρο Βασιλείου, τον συμπατριώτη του Στρατή Δούκα και τον Νίκο Βέλμο, ενώ υπήρξαν και αυτοί που ανήκουν στη χορεία των “κρυπτομαθητών” όπως ο Γιάννης Μόραλης, ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος, ο Κλέαρχος Λουκόπουλος και ο Klaus Vrieslander, οι οποίοι διατηρούσαν επαφές χωρίς όμως να γίνουν ποτέ βοηθοί και συνεργάτες του.
Αλλά και από τους εν ζωή καλλιτέχνες πολλοί είναι αυτοί που εισέπνευσαν στην καλλιτεχνική και πνευματική αύρα ενός έργου που έμμεσα επηρέασε το έργο τους και οι οποίοι ευγνώμονα ομολογούν την οφειλή τους».
Ο Φώτης Κόντογλου ήταν 27 ετών όταν, το 1922, ως πρόσφυγας εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Νωρίτερα, το 1913, αποφοιτώντας από το ιστορικό Γυμνάσιο των Κυδωνιών είχε πάει στην Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει στην ΑΣΚΤ. Διέκοψε όμως τις σπουδές του και άρχισε έναν περίπλου ταξιδιωτικό, καταλήγοντας στο Παρίσι όπου έμεινε περίπου για έναν χρόνο μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ηταν η περίοδος κατά την οποία η περιώνυμη Σχολή του Μονάχου άρχισε να χάνει την αίγλη της έναντι του Παρισιού, όπου εκκολάπτονταν οι νέες περί τέχνης θεωρίες.
«Ο Φώτης Κόντογλου, υπερβαίνοντας αυτές τις νεοφανείς ιδέες της αδιαφανούς Δύσης, όπως έλεγε, αντιπαρέθετε τη διαφάνεια της πάτριας καταγωγής του, διατρανώνοντας την ανάγκη εμμονής στην ελληνοπρεπή παράδοση, σε αδιάσπαστη ενότητα με το ορθόδοξο δόγμα, συνιστώντας μάλιστα στους νέους να γνωρίσουν τις πηγές προτού στραφούν στην αναζήτηση νέων καλλιτεχνικών ιδιομορφιών» επισημαίνει ο Κ. Κουτσομάλλης.
Κατά την άφιξή του στην Ελλάδα, έκανε αισθητή την παρουσία του στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του τόπου. Οπως έγραφε ο ίδιος: «Από του 1922 εγκατασταθείς εις την Ελλάδα ειργάσθην εντατικώς εις ό,τι αφορά την συμβολήν της ελληνικής παραδόσεως εις την μόρφωσιν συγχρόνου ελληνικής τέχνης», ενώ οι επανειλημμένες επισκέψεις του στο Αγιον Ορος, και ιδιαίτερα η πολύμηνη παραμονή του εκεί το 1923, επηρέασαν καθοριστικά το έργο του ανοίγοντας τον δρόμο του προς τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή ζωγραφική.
Η έκθεση συνοδεύεται από πολυσέλιδο κατάλογο και περιλαμβάνει επίσης έργα των Στέφανου Δασκαλάκη, Νίκου Εγγονόπουλου, Ανδρέα Κοντέλλη, Γεωργίου Κόρδη, Αλέκου Κυραρίνη, Αλέκου Λεβίδη, Τάσου Μαντζαβίνου, Νίκου Μόσχου, Εμμανουήλ Μπιτσάκη, Χρήστου Μποκόρου, Γιώργου Ρόρρη, Εδουάρδου Σακαγιάν, Παύλου Σάμιου, Σωτήρη Σόρογκα, Στέλιου Φαϊτάκη, Γιώργου Χοχλιδάκη κ.ά.
? Πληροφορίες: Ιδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, Ερατοσθένους 13, Παγκράτι, τηλ.: 210-7252895, goulandris.gr Διάρκεια έκθεσης: 21 Σεπτεμβρίου-12 Δεκεμβρίου. Υπό την αιγίδα της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου.
