Με ένα εκλαϊκευτικό γράφημα, που παραθέτουμε, αναρτημένο στον ιστότοπό της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εξηγεί την πολιτική της αύξησης των επιτοκίων. Εκεί υπάρχει -διαγραμματικά- η παραδοχή ότι η αύξηση των επιτοκίων θα μειώσει τον πληθωρισμό μέσω του εξής «μηχανισμού»: κάνοντας υψηλότερους τους τόκους για δάνεια για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, πιέζοντας τους εργαζόμενους να μειώσουν τις μισθολογικές απαιτήσεις τους και εν τέλει μειώνοντας τη ζήτηση. Ποιοι -κατά παραδοχή- θα πληρώσουν το «μάρμαρο» της αύξησης των επιτοκίων; Οι εργαζόμενοι και οι δανειολήπτες -νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οχι όμως όλες οι επιχειρήσεις, αφού οι τράπεζες όχι μόνο δεν πλήττονται, αλλά αντίθετα πριμοδοτούνται από την πολιτική επιτοκίων της ΕΚΤ. Δεν είναι τυχαίο ότι την πρόσφατη αύξηση επιτοκίων «χαιρέτισαν» με άνοδο τα χρηματιστήρια με κύριο οδηγό της ανόδου την αύξηση των τραπεζικών μετοχών, την ίδια στιγμή που εκπρόσωποι του επιχειρηματικού τομέα εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους.
Προς επιτόκιο 2,25%, αρχές 2023
Η αγορά προεξοφλεί και έχει «τιμολογήσει» ήδη ακόμη τρεις αυξήσεις επιτοκίων μέχρι και τις αρχές του 2023, κατά 0,75% τον Οκτώβριο, κατά 0,50% τον Δεκέμβριο και κατά 0,25% τον Φεβρουάριο, με το επιτόκιο κύριας χρηματοδότησης να φτάνει το 2,25% (από 0,75% που είναι ύστερα από την πρόσφατη αύξηση). Η πρόβλεψη αυτή ενσωματώνεται στα futures του Euribor τριμήνου, που προβλέπουν ότι τον Μάρτιο του 2023 το Euribor θα ανέβει στο 2,40% -το Euribor συνήθως κυμαίνεται 20-30 μονάδες βάσης πάνω από το επιτόκιο κύριας χρηματοδότησης. Επομένως οι «επιθυμητές» και στοχευμένες «παρενέργειες» για εργαζόμενους και δανειολήπτες θα ενταθούν πολύ περισσότερο μέσα στους επόμενους μήνες.
Η ΕΚΤ ισχυρίζεται, όπως φαίνεται και από τις προβλέψεις της, ότι η πολιτική της αυτή θα οδηγήσει τα πράγματα μέχρι το χείλος της ύφεσης, η οποία όμως τελικά θα αποφευχθεί. Δεν είναι καν ιδιαίτερα αισιόδοξη για τον πληθωρισμό του 2023. Προβλέπει ότι ο μέσος ευρωπαϊκός ρυθμός ανάπτυξης θα μειωθεί από 5,1% το 2021 σε 3,1% το 2022 και σε 0,9% το 2023, για να ανακάμψει οριακά στο 1,9% το 2024. Οσον αφορά τον πληθωρισμό, προβλέπει ότι θα είναι 8,1% το 2022, 5,5% το 2023 και θα μειωθεί στο 2,3% το 2024, οριακά πάνω από το επιθυμητό 2% που είναι η τιμή-στόχος.
Ωστόσο η αγορά δεν συμμερίζεται αυτή την… αισιοδοξία, ιδιαίτερα όσον αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης, προεξοφλώντας την ύφεση και θεωρώντας «τολμηρό» το στοίχημα αυτών των προβλέψεων. Ο λόγος είναι απλός: ιδιαίτερα στην τωρινή συγκυρία η αύξηση του πληθωρισμού δεν οφείλεται, ή οφείλεται πολύ λιγότερο, στην «υπερθέρμανση» της ζήτησης, αλλά σε μεγάλα ελλείμματα στην προσφορά. Επομένως για να μειωθεί θα πρέπει η «ζημιά» στη ζήτηση να είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι αν η αύξηση του πληθωρισμού οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην προσφορά. Με μια περιορισμένη «ζημιά» στη ζήτηση θα έχουμε και οικονομική επιβράδυνση και υψηλό πληθωρισμό…
Αποσκοπώντας ευθέως με την πολιτική της στην «πάταξη» της ζήτησης, η ΕΚΤ σπεύδει προληπτικά να θωρακίσει τις τράπεζες πριμοδοτώντας τες ευθέως με τις αποφάσεις της. Αυτή η πριμοδότηση δεν είναι τωρινή υπόθεση, αλλά είναι διαρκής. Το βασικό «μπόνους» προς τις τράπεζες απορρέει από τη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου κύριας χρηματοδότησης (με το οποίο οι τράπεζες αντλούν ρευστότητα, δηλαδή δανείζονται από την ΕΚΤ) και του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων (με το οποίο καταθέτουν την πλεονάζουσα ρευστότητα ξανά στην ΕΚΤ).
Οπως δείχνει ο σχετικός πίνακας, οι τράπεζες δανείζονται από την ΕΚΤ με 0,75% και επανακαταθέτουν σε αυτήν με επιτόκιο 1,25%, αποκομίζοντας έτσι με τη μορφή άμεσης επιδότησης επιτοκιακό μπόνους 0,5%. Με τη ρευστότητα που έχει αντληθεί να ανέρχεται σε 2,5 τρισ. ευρώ πανευρωπαϊκά, κανείς δεν θα πει ότι είναι αμελητέο… Μεταξύ άλλων πρόκειται για εντυπωσιακή και απροκάλυπτη κρατική ενίσχυση (οι κεντρικές τράπεζες «είναι κράτος»), για state aid που υποτίθεται ότι είναι «αυστηρώς απαγορευμένο».
Μπόνους και στο… Δημόσιο
Ομως τα μπόνους προς τις τράπεζες δεν περιορίζονται μόνο σε αυτό. Η ΕΚΤ κατάργησε την υποχρέωση των τραπεζών να δεσμεύουν με τη μορφή κατάθεσης στην «εθνική» κεντρική τράπεζα (στα καθ’ ημάς, την ΤτΕ) το 1% των καταθέσεών τους, το οποίο πλέον αποδεσμεύεται για να αξιοποιηθεί με μεγαλύτερα επιτόκια. Κοντά στον τραπεζικό «βασιλικό» ποτίζεται και η γλάστρα του Δημοσίου: η ΕΚΤ ήρε το προϋπάρχον πλαφόν 0% στο επιτόκιο για τις καταθέσεις των κρατών-μελών στο ευρωσύστημα.
Ετσι το Δημόσιο θα απολαμβάνει πλέον θετικό τόκο για τη ρευστότητα που καταθέτει στην κάθε επιμέρους «εθνική» κεντρική τράπεζα. Το Ελληνικό Δημόσιο, με υψηλά επίπεδα ρευστότητας λόγω του γνωστού «μαξιλαριού», είναι ιδιαίτερα ωφελημένο… Τώρα που το επιτόκιο καταθέσεων είναι θετικό η ΕΚΤ αίρει προσωρινά το ανώτατο όριο του 0% και θα πληρώνει επιστροφή στις κυβερνήσεις της Ε.Ε. που έχουν καταθέσει περίπου 600 δισεκατομμύρια ευρώ σε μετρητά στην κεντρική τράπεζα.
«Εξαϋλώνονται» οι καταθέσεις
Οι… δακτυλοδεικτούμενοι χαμένοι της πολιτικής της ΕΚΤ είναι οι δανειολήπτες. Η αύξηση των επιτοκίων του ευρώ θα αυξήσει το κόστος των δανείων. Οι δόσεις θα ακριβύνουν για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, περιορίζοντας την κατανάλωση και την επένδυση αντίστοιχα αλλά και δημιουργώντας μια νέα γενιά «κόκκινων» δανείων και απλήρωτων οφειλών στο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ.
Μια άλλη κατηγορία «χαμένων» είναι οι καταθέτες. Το επιτόκιο καταθέσεων είναι μηδενικό. Τα νοικοκυριά καταθέτουν τις αποταμιεύσεις τους στις τράπεζες πρακτικά άτοκα: το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο καταθέσεων ήταν τον Ιούλιο 0,02% και μάλιστα έχει μειωθεί (συμβολικά, αλλά έχει τη σημασία του) σε αυτό το επίπεδο από 0,06 που ήταν τον Δεκέμβριο του 2021! Με μηδενικό επιτόκιο καταθέσεων ο υψηλός πληθωρισμός τις «εξαϋλώνει» ταχύτατα! Με μηδενικό επιτόκιο και πληθωρισμό 11,4% τον Αύγουστο το πραγματικό επιτόκιο καταθέσεων είναι αρνητικό, στο ύψος ακριβώς του πληθωρισμού.
Αυτό σημαίνει ότι η αξία των καταθέσεων μειώνεται ραγδαία -ένα γενναίο «κούρεμα» καταθέσεων για το οποίο ούτε μιλάει ούτε υπόσχεται «στήριξη» κανείς επισήμως! Βεβαίως το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο χορηγήσεων νέων δανείων ήταν τον Ιούλιο 3,56% για τα νοικοκυριά και τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα του ιδιωτικού τομέα, για τις δε επιχειρήσεις 3,17%. Μια γενναία επιτοκιακή διαφορά (ανάμεσα στο επιτόκιο καταθέσεων και το επιτόκιο χορηγήσεων) για τις τράπεζες, από τις υψηλότερες πανευρωπαϊκά.
